Παθήσεις

Αμβλυωπία

ΑΜΒΛΥΩΠΙΑ

Αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι): είναι η ελαττωμένη οπτική οξύτητα του ενός ή και των δύο οφθαλμών παρά τη διόρθωση κάθε διαθλαστικής ανωμαλίας και την απουσία οργανικής βλάβης.
Εμφανίζεται σε ποσοστό περίπου 1-5% του γενικού πληθυσμού.
Η αμβλυωπία είναι πρόβλημα ανάπτυξης του εγκεφάλου και όχι ένα οργανικό, νευρολογικό πρόβλημα του οφθαλμού.
Για να αναπτυχθεί πλήρως η οπτική ικανότητα του παιδιού, πρέπει να υπάρχει καλή συνεργασία μεταξύ ματιού και εγκεφάλου. Πρέπει δηλαδή οι εικόνες που στέλνει το μάτι στον εγκέφαλο να είναι καθαρές, για να μπορέσει να τις αναλύσει και να τις μετατρέψει σε οπτική πληροφορία.
Αυτή η συνεργασία συνεχίζεται μέχρι την ηλικία των 8-9 ετών. Αν ο εγκέφαλος δεν διεγείρεται σωστά μέχρι αυτή την ηλικία, τότε η οπτική οξύτητα του αμβλυωπικού ή αλλιώς τεμπέλικου ματιού μένει μόνιμα χαμηλή και δεν μπορεί πλέον να διορθωθεί.
Συνήθως η αμβλυωπία εμφανίζεται στο ένα μάτι, αλλά μπορεί να είναι και αμφοτερόπλευρη.
Επειδή οι περισσότερες περιπτώσεις αμβλυωπίας μπορούν να αντιμετωπισθούν με επιτυχία εάν διαγνωσθούν νωρίς, είναι πολύ σημαντικό για τους γονείς να αναζητήσουν σύντομα την ιατρική συμβουλή.

Ποιά είναι τα αίτια:

Στραβισμός (στραβισμική αμβλυωπία):

Είναι ένας από τους κύριους παράγοντες πρόκλησης αμβλυωπίας, ειδικά όταν συμβαίνει πριν από την ηλικία των έξι ετών. Η συνεχής απώθηση της εικόνας που προκαλεί ο στραβισμός, οδηγεί στη μόνιμη ελάττωση της οπτικής οξύτητας του ματιού που στραβίζει. Η στραβισμική αμβλυωπία είναι πιο συχνή στην εσωτροπία (παρέκκλιση του οπτικού άξονα προς τα μέσα) αλλά εμφανίζεται πιο σπάνια και στην εξωτροπία.

Ανισομετρωπία (διαθλαστική αμβλυωπία):

esotropia_infantile_1
Ανισομετρωπία ονομάζεται η διαφορά στην διάθλαση (δηλ. στους βαθμούς της μυωπίας, της υπερμετρωπίας ή του αστιγματισμού) μεταξύ των δύο ματιών.

Σε περίπτωση μεγάλης ανισομετρωπίας (συνήθως μεγαλύτερης των 2,5 βαθμών), δεν είναι δυνατή η ταύτιση των δύο εικόνων στον εγκέφαλο του παιδιού. Το αποτέλεσμα είναι η απώθηση της εικόνας στο μάτι με τη μεγαλύτερη αμετρωπία και τελικά η αμβλυωπία.

Η μορφή αυτή της αμβλυωπίας εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά με υπερμετρωπία ή αστιγματισμό. Στα παιδιά με ετερόπλευρη μυωπία δεν παρατηρείται αμβλυωπία γιατί ο μυωπικός οφθαλμός χρησιμοποιείται για την κοντινή όραση και δεν μένει αδρανής.

Η διαθλαστική αμβλυωπία συχνά συνοδεύεται από μικροστραβισμό και είναι δυνατόν να συνυπάρχει με στραβισμική αμβλυωπία.

Στην περίπτωση πολύ υψηλής αμετρωπίας και στα δύο μάτια, κυρίως υπερμετρωπίας, μπορεί να αναπτυχθεί διόφθαλμη αμβλυωπία η οποία λέγεται αμετρωπική αμβλυωπία.

Αμβλυωπία από ανοψία:

Είναι η σοβαρή ελάττωση της οπτικής οξύτητας, που οφείλεται σε παρεμπόδιση της όρασης κατά τη βρεφική ή πρώτη παιδική ηλικία (αποστέρηση του οπτικού ερεθίσματος).

Μπορεί να είναι μονόφθαλμη ή διόφθαλμη.
Συνήθεις αιτίες είναι η συγγενής βλεφαρόπτωση, οι θολερότητες στα διαθλαστικά μέσα του ματιού όπως ο καταρράκτης και η συγγενής θόλωση του κερατοειδούς, το τραύμα και η συνεχής κάλυψη του υγιούς οφθαλμού για θεραπευτικούς λόγους.

Ποιά είναι τα συμπτώματα:

Συμπτώματα τα οποία μπορεί να υποδηλώνουν την παρουσία αμβλυωπίας στα παιδιά είναι τα εξής:

  • Χαμηλή οπτική οξύτητα στο ένα ή και στα δύο μάτια
  • Στραβισμός
  • Στροφή του κεφαλιού προς κάποια κατεύθυνση ή προς τον ένα ή τον άλλο ώμο (οφθαλμικό ραιβόκρανο)
  • Κλείσιμο του ενός ματιού
  • Μειωμένη αίσθηση του βάθους (δυσκολία στην εκτίμηση των σχετικών αποστάσεων μεταξύ των αντικειμένων)
  • Πονοκέφαλος

Σημαντικό είναι ο πρόχειρος έλεγχος της οπτικής οξύτητας που περιστασιακά κάνουν οι ίδιοι οι γονείς στα παιδιά, να γίνεται όχι μόνο με τα δύο μάτια ανοιχτά, αλλά και catarract_congenitalγια το κάθε μάτι ξεχωριστά. Αυτό θα βοηθήσει στο να μην διαφύγει κάποιο πιθανό πρόβλημα του ενός μόνο ματιού. Επίσης, χαρακτηριστική ένδειξη η οποία πρέπει να ανησυχήσει τους γονείς, είναι να γέρνει το παιδί το κεφάλι του την ώρα που παρακολουθεί τηλεόραση.

Σε περίπτωση που οι γονείς αντιληφθούν κάποιο από τα παραπάνω συμπτώματα στο παιδί τους, πρέπει να προγραμματίσουν άμεσα έναν πλήρη οφθαλμολογικό έλεγχο του παιδιού.

Η θεραπεία της αμβλυωπίας είναι σημαντικό να ξεκινήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, έτσι ώστε το οπτικό σύστημα του παιδιού να μπορέσει να αναπτυχθεί πλήρως.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Η αμβλυωπία δεν μπορεί να διαγνωσθεί εύκολα. Δυστυχώς, το παιδί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί εύκολα ότι το ένα του μάτι βλέπει χειρότερα από το άλλο. Ακόμα και ο πιο παρατηρητικός γονέας μπορεί να μην μπορέσει να αντιληφθεί την αμβλυωπία χωρίς τη βοήθεια του γιατρού.

Ένας τυπικός οφθαλμολογικός έλεγχος του παιδιού σας από τον οφθαλμίατρο μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντικός για την εύρεση τυχόν προβλημάτων του οφθαλμού. Δεν θεωρείται ποτέ νωρίς για να εξεταστεί ένα παιδί. Ακόμα και τα νεογνά μπορούν να εξετασθούν με επιτυχία. Αντίθετα, η αναμονή μέχρι τη σχολική ηλικία, μπορεί τελικά να αποδειχθεί επιβλαβής στην αντιμετώπιση της αμβλυωπίας.

Πιο συγκεκριμένα η διάγνωση της αμβλυωπίας γίνεται με μια σειρά από εξετάσεις όπως:

Μέτρηση οπτικής οξύτητας:

Μεγάλη διαφορά στην οπτική οξύτητα μεταξύ των δύο ματιών ή μειωμένη οπτική οξύτητα και στα δύο μάτια είναι ενδεικτικό αμβλυωπίας.
Η μέτρηση της οπτικής οξύτητας στα μωρά είναι κάτι δύσκολο. Παρ’ όλα αυτά, στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ο οφθαλμίατρος έχει τρόπους εκτίμησης της όρασης του μωρού. Για παράδειγμα, καλύπτει το ένα μάτι και παρατηρεί πως αντιδρά το παιδί σε εικόνες και αντικείμενα. Εάν καλύψει το «καλό» μάτι, τότε η αντίδραση του μωρού θα είναι να κλάψει και να προσπαθήσει να βγάλει το κάλυμα για να μπορέσει να δει καλύτερα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι μειωμένη οπτική οξύτητα δεν συνεπάγεται πάντα ότι ένα παιδί έχει αμβλυωπία. Συχνά, η όραση μπορεί να αποκατασταθεί με την εφαρμογή γυαλιών, προτού εμφανιστεί αμβλυωπία.

Βυθοσκόπηση:

Σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν υπάρχει καλή συνεργασία με το παιδί, ο οφθαλμίατρος μπορεί να εκτιμήσει το διαθλαστικό σφάλμα κατόπιν ενστάλαξης σταγόνων (μυδρίαση).
Κατά την βυθοσκόπηση, γίνεται λεπτομερής έλεγχος των εσωτερικών χιτώνων του ματιού και μπορούν να διαγνωστούν παθήσεις όπως ο καταρράκτης, οι φλεγμονές και οι όγκοι.

Εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό στραβισμού, συγγενούς καταρράκτη ή άλλης σοβαρής οφθαλμικής πάθησης, τότε πρέπει να γίνεται πλήρης οφθαλμολογικός έλεγχος σε βρεφική ηλικία.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Η αντιμετώπιση της αμβλυωπίας πρέπει να ξεκινάει άμεσα μετά την διάγνωσή της και χρειάζεται επιμονή και καλή συνεργασία τόσο από το ίδιο το παιδί όσο και από τους γονείς.
Το πρόβλημα του κάθε παιδιού διαφέρει και γι’ αυτό σε κάθε περίπτωση η θεραπευτική αγωγή εξατομικεύεται. Ο οφθαλμίατρος θα σας εξηγήσει ποια θεραπεία ενδείκνυται για το παιδί σας.
Η θεραπεία περιλαμβάνει συνήθως συνδυασμό κάλυψης του ματιού με ή χωρίς χορήγηση γυαλιών ή και επέμβαση.
Συνήθως, δεν υπάρχει γρήγορη και απλή λύση στο πρόβλημα της αμβλυωπίας. Οι στόχοι της θεραπείας είναι να διατηρηθεί καλή οπτική οξύτητα, να επέλθει ορθοφορία (δηλαδή να ισιώσουν τα μάτια) και τελικά τα μάτια να συνεργαστούν πλήρως (πλήρως αναπτυγμένες διόφθαλμες λειτουργίες).
Η θεραπεία της αμβλυωπίας είναι μία δύσκολη διαδικασία, η οποία όμως αν τελικά αποδώσει, βελτιώνει σημαντικά την μελλοντική ποιότητα ζωής του παιδιού και γι’ αυτό αξίζει την προσπάθεια.
Η αμβλυωπία μπορεί να θεραπευτεί έως την ηλικία των 9 ετών στη στραβισμική αμβλυωπία και έως τα 11-12 έτη στην ανισομετρωπική αμβλυωπία.

1. Χρήση διορθωτικών γυαλιών

Στην περίπτωση της διαθλαστικής αμβλυωπίας, αρχικά πρέπει να συνταγογραφούνται γυαλιά τα οποία να διορθώνουν τη διαθλαστική ανωμαλία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά την διάρκεια της ανάπτυξης της όρασης -μιας πολυδύναμης και πολυδιάστατης λειτουργίας και των δύο ματιών- τα γυαλιά όρασης μπορεί να είναι ένα πολύτιμο βοήθημα ώστε το οπτικό σύστημα (οφθαλμοί- διόφθαλμες λειτουργίες- οφθαλμοκινητικότητα- οπτική οδός-οπτικός φλοιός) να αναπτυχθούν σωστά.

2. Θεραπεία κάλυψης του υγιούς ματιού

Εάν η χρήση των γυαλιών δεν βελτιώνει από μόνη της την οπτική οξύτητα του παιδιού, τότε χρειάζεται να γίνει θεραπεία κάλυψης του υγιούς ματιού.
Σκοπός της θεραπείας είναι το παιδί να χρησιμοποιεί περισσότερο το αδύναμο μάτι, για να βελτιωθεί η οπτική του οξύτητα.
Άλλοi εναλλακτικοί τρόποι θεραπείας που έχουν παρόμοια αποτελέσματα με την κάλυψη είναι η ενστάλαξη κολλυρίου ατροπίνης στο υγιές μάτι (penalization) και η χρήση γυαλιών με θαμπό φακό μπροστά από το υγιές μάτι.

patching_cartoon.jpg

Η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται σε κάθε περίπτωση. Σύγχρονες μελέτες έχουν δώσει σαφείς κατευθυντήριες γραμμές στον οφθαλμίατρο για την διάρκεια και την συχνότητα της κάλυψης ανάλογα με την ηλικία και το μέγεθος του προβλήματος της αμβλυωπίας. Δύο ώρες επικάλυψης την ημέρα έχουν αποδειχθεί αρκετές εάν και εφόσον η αμβλυωπία δεν είναι πολύ μεγάλη και η ηλικία του ασθενούς είναι μεταξύ 3 και 7 ετών.
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ενεργής εκγύμναση του οπτικού συστήματος τις ώρες της κάλυψης (ζωγραφική, παιχνίδι, διάβασμα, τηλεόραση κλπ).
Ακόμα και όταν η οπτική οξύτητα του αμβλυωπικού ματιού αποκατασταθεί, μπορεί να χρειάζεται περιστασιακή θεραπεία κάλυψης έτσι ώστε να διατηρηθεί το καλό αποτέλεσμα.
Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι το παιδί σας θα αντισταθεί στην κάλυψη του ματιού, ωστόσο ως γονείς γνωρίζετε ότι το κάνετε για το καλό του παιδιού σας. Η δική σας επιμονή και υπομονή είναι το κλειδί για την επιτυχία της θεραπείας της αμβλυωπίας.
Σε περιπτώσεις κακής συνεργασίας του παιδιού, συστήνεται η παροδική διακοπή της θεραπείας για μικρό χρονικό διάστημα, η οποία συνήθως επιτρέπει μελλοντικά καλύτερη συνεργασία του.
Η θεραπεία της αμβλυωπίας πρέπει να συνεχίζεται όσο είναι αποτελεσματική. Αν παρά όλα αυτά η θεραπεία αποδειχθεί αναποτελεσματική – συνήθως λόγω ηλικίας – προτείνεται η διακοπή της.

3. Χειρουργική επέμβαση

Δεν αποτελεί άμεση θεραπεία της αμβλυωπίας, αλλά μπορεί να αποκαταστήσει μερικές από τις αιτίες πρόκλησης αμβλυωπίας. Για παράδειγμα, ενδείκνυται στην περίπτωση της στραβισμικής αμβλυωπίας, όπου η διόρθωση του στραβισμού μπορεί να επιφέρει ευθυγράμμιση των ματιών και βελτίωση της διόφθαλμης συνεργασίας.

intraocular_musclesΕπίσης, σε περιπτώσεις συγγενούς καταρράκτη και συγγενούς βλεφαρόπτωσης, η έγκαιρη χειρουργική αποκατάσταση του προβλήματος τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής, μπορεί να μειώσει σημαντικά την πιθανότητα εγκατάστασης αμβλυωπίας.

Στην περίπτωση που η αμβλυωπία δεν θεραπευτεί εγκαίρως, τότε οι συνέπειες είναι οι εξής :
• Μόνιμη και μη-αναστρέψιμη μείωση της οπτικής οξύτητας του αμβλυωπικού ματιού (λειτουργική μονοφθαλμία)
• Απώλεια της αίσθησης του βάθους (τρισδιάστατη όραση) λόγω κακής διόφθαλμης συνεργασίας
• Πολύ περιορισμένη όραση σε περίπτωση τραυματισμού του υγιούς ματιού
• Περιορισμός των επαγγελματικών επιλογών του ασθενή (πχ. πιλότος αεροσκαφών, επαγγελματίας οδηγός)

Κρίσιμοι παράγοντες που θα καθορίσουν την επιτυχία της θεραπείας είναι:
• Η βαρύτητα της αμβλυωπίας
• Η ηλικία του παιδιού την στιγμή έναρξης της θεραπείας
Εφόσον η αμβλυωπία εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί εγκαίρως, δηλαδή σε πρώιμη ηλικία, τότε οι πιθανότητες ίασης είναι μεγάλες.

Αστιγματισμός

ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

Ο αστιγματισμός είναι μια διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, η οποία οφείλεται είτε σε ανωμαλία της επιφάνειας του κερατοειδούς, κατά την οποία ο κερατοειδής δεν έχει την ίδια καμπυλότητα σε όλη του την έκταση, είτε σε ανωμαλία στην κατασκευή του κρυσταλλοειδούς φακού του ματιού.

Στην πρώτη περίπτωση, ο αστιγματισμός ονομάζεται κερατοειδικός, ενώ στην δεύτερη φακικός αστιγματισμός.

Το τελικό αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι οι ακτίνες του φωτός να μην καταλήγουν όλες στο ίδιο σημείο του αμφιβληστροειδή, δημιουργώντας μία θολή εικόνα στον εγκέφαλο για τα αντικείμενα που βρίσκονται τόσο μακριά, όσο και κοντά από τον ασθενή.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάποιο μικρό βαθμό αστιγματισμού ο οποίος μπορεί να συνυπάρχει και με άλλες διαθλαστικές ανωμαλίες όπως η μυωπία και η υπερμετρωπία.
Προσοχή πρέπει να δίνεται στις περιπτώσεις υψηλού αστιγματισμού στα παιδιά, τα οποία αντίθετα με τους ενήλικες δεν μπορούν να αντιληφθούν και να παραπονεθούν για τα συμπτώματα του αστιγματισμού, με αποτέλεσμα να μειώνεται η απόδοση τους στο σχολειό και στα αθλήματα.

Για τον λόγο αυτό θεωρείται πολύ σημαντικός ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος των παιδιών, κατά τον οποίο μπορεί να γίνει έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των διαθλαστικών ανωμαλιών.

Ποιά είναι τα αίτια 

Ο αστιγματισμός είναι μία πολύ συχνή πάθηση του οφθαλμού.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ασθενείς γεννιούνται με την πάθηση αυτή. Τα αίτια αυτής της μη φυσιολογικής παραλλαγής του οφθαλμού δεν είναι πλήρως γνωστά, αλλά γνωρίζουμε ότι η πιθανότητα εμφάνισης αστιγματισμού είναι κληρονομήσιμη.
Ορισμένες φορές, αστιγματισμός μπορεί να εμφανιστεί στα πλαίσια άλλων παθήσεων του οφθαλμού, μετά από τραυματισμό ή μετά από χειρουργική επέμβαση.
Η άποψη ότι ο αστιγματισμός μπορεί να προκληθεί ή να επιδεινωθεί κατά την ανάγνωση σε χαμηλές συνθήκες φωτισμού ή κατά την παρακολούθηση τηλεόρασης σε κοντινή απόσταση, είναι λανθασμένη.

Ποιά είναι τα συμπτώματα

Κύριο σύμπτωμα του αστιγματισμού είναι η θολή όραση τόσο των κοντινών, όσο και των μακρινών αντικειμένων.

Η προσπάθεια που καταβάλει ο ασθενής με αστιγματισμό για να δει καλύτερα, μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία και αίσθημα βάρους γύρω από τα μάτια και τελικά μειωμένη απόδοση στις δραστηριότητές του.

Τα παραπάνω συμπτώματα δεν θέτουν κατ’ ανάγκη την διάγνωση του αστιγματισμού, αλλά είναι μια σοβαρή ένδειξη για έναν πλήρη οφθαλμολογικό έλεγχο.

astigmatism_symptoms

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Η διάγνωση του αστιγματισμού γίνεται πολύ εύκολα κατά τον διαθλαστικό έλεγχο του ασθενή με κερατομετρία και με σκιασκοπία. Ταυτόχρονα, ελέγχεται και η οπτική οξύτητα του ασθενή και τελικά καθορίζεται η αστιγματική του διόρθωση.

Επιπλέον πληροφορίες για την καμπυλότητα και την μορφολογία του κερατοειδή μπορεί να δώσει η τοπογραφία του κερατοειδούς (orbscan, pentacam). Οι πληροφορίες αυτές είναι πολύ χρήσιμες και σε περίπτωση επικείμενης διαθλαστικής επέμβασης (πχ. Lasik) για την διόρθωση του αστιγματισμού.

astigmatism_diagnosis_orbscan

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Ο μικρός και ο μέσος αστιγματισμός, συνήθως αντιμετωπίζονται με γυαλιά ή με αστιγματικούς (τορικούς) φακούς επαφής.
Παλαιότερα, για την διόρθωση του αστιγματισμού χρησιμοποιούνταν μόνο οι σκληροί φακοί επαφής. Σήμερα, έχουμε την δυνατότητα να διορθώσουμε τον αστιγματισμό και με μαλακούς, τορικούς φακούς επαφής. Παρ΄όλα αυτά οι σκληροί φακοί επαφής παραμένουν ίσως σαν η καλύτερη λύση για την διόρθωση του πολύ υψηλού αστιγματισμού.

Άλλη επιλογή για την μόνιμη διόρθωση του αστιγματισμού είναι η διαθλαστική χειρουργική.

Πιο συχνά γίνεται η επέμβαση LASIK, Femto LASIK και PRK, αλλά υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές επεμβάσεις μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει ο ασθενής, αφού ενημερωθεί από τον οφθαλμίατρο του.

Γλαύκωμα

ΓΛΑΥΚΩΜΑ

Το γλαύκωμα είναι μια σοβαρή, εξελικτική πάθηση του οπτικού νεύρου και των οπτικών ινών του ματιού, που προσβάλει περίπου το 2% του πληθυσμού και οδηγεί σε μορφολογικές αλλοιώσεις στο οπτικό νεύρο και στο οπτικό πεδίο.

Είναι η δεύτερη κύρια αιτία τύφλωσης παγκοσμίως μετά τον καταρράκτη, και η πρώτη αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης στον κόσμο.Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι πάσχουν 200.000 έως 250.000 άνθρωποι, με τους μίσους από αυτούς να μην το γνωρίζουν.
optic_nerve

Το οπτικό νεύρο είναι το «καλώδιο» που μεταφέρει τα οπτικά ερεθίσματα απ’ το μάτι προς τον εγκέφαλο και αποτελείται από μεγάλο αριθμό νευρικών ινών.Κάθε ίνα του οπτικού νεύρου είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά οπτικών ερεθισμάτων από ένα συγκεκριμένο σημείο του οπτικού μας πεδίου, και η πρόκληση βλάβης σε μια δεσμίδα αυτών των ινών οδηγεί σε ελάττωση ή και απώλεια της όρασης στο τμήμα του χώρου που αυτή αντιστοιχεί.
Oι νευρικές ίνες που καταστράφηκαν δυστυχώς δεν αναγεννόνται και το τμήμα του οπτικού μας πεδίου στο οποίο η όραση ελαττώθηκε ή χάθηκε δεν επανέρχεται.

Το βασικό πρόβλημα της συνηθέστερης μορφής γλαυκώματος που λέγεται «χρόνιο απλό γλαύκωμα» είναι η απουσία συμπτωμάτων. Το μάτι δεν πονάει και ούτε είναι εύκολο να «αντιληφθούμε» την έκπτωση του οπτικού μας πεδίου χωρίς τη χρήση ειδικών ιατρικών δοκιμασιών.Με τα υψηλής τεχνολογίας διαγνωστικά μέσα που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας, τα πρώιμα στάδια αυτής της πολύ συχνής μορφής γλαυκώματος μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν, και σε συνδυασμό με τις νεότερες φαρμακευτικές αγωγές το εγκατεστημένο γλαύκωμα θα έπρεπε να αποτελεί μια νόσο του παρελθόντος.
Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Οι ασθενείς δεν είναι ευαισθητοποιημένοι ώστε να προσέρχονται έγκαιρα στον οφθαλμίατρο για έλεγχο, με αποτέλεσμα πάρα πολλές περιπτώσεις γλαυκώματος να μένουν αδιάγνωστες, και εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο να χάνουν άδικα την όρασή τους.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι το κλειδί στο να αποφευχθεί η βλάβη στο οπτικό νεύρο και η τύφλωση από το γλαύκωμα. Η πρόληψη δηλαδή του γλαυκώματος είναι εξαιρετικά σημαντική.

Όλοι άνθρωποι άνω των σαράντα ετών και ιδιαίτερα όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος, πρέπει να εξετάζονται μια φορά το χρόνο για γλαύκωμα.

Ποιά είναι τα αίτια

Υπάρχουν πολλές ετερόκλητες αιτίες που δυνητικά προκαλούν γλαύκωμα. Κοινό σημείων όλων, είναι η αύξηση της πίεσης στο εσωτερικό του ματιού.
Ένα κάποιο επίπεδο (φυσιολογικής) πίεσης είναι απαραίτητο για το μάτι, ώστε να διατηρεί το σχήμα του και τη λειτουργικότητά του. Η αύξησή της όμως, είτε με απευθείας επίδραση στο οπτικό νεύρο, είτε πιέζοντας τα μικρά αγγεία που το τρέφουν, προκαλεί σε αυτό μη αναστρέψιμες βλάβες με καταστροφικές συνέπειες για την όραση.

Υπεύθυνο για την πίεση του ματιού είναι ένα υγρό που λέγεται υδατοειδές. Το υδατοειδές υγρό βρίσκεται σε μια κατάσταση συνεχούς ανανέωσης. Δηλαδή παράγεται διαρκώς νέο υδατοειδές από το μάτι, αλλά ταυτόχρονα ίδια ποσότητα υδατοειδούς απομακρύνεται με τη βοήθεια ενός αποχετευτικού συστήματος που αποκαλούμε «γωνία». Η γωνία βρίσκεται στην περιφέρεια της ίριδας, του χρωματιστού δηλαδή τμήματος του ματιού και στη συμβολή της με την έσω επιφάνεια του κερατοειδούς.

Αν το αποχετευτικό σύστημα (η γωνία) φραγεί από κάποια αιτία, τότε το παραγόμενο υγρό δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αποτέλεσμα τη συσσώρευση του και την αύξηση της πίεσης του ματιού. Ούτως ή άλλως, με την πρόοδο της ηλικίας, η αποχετευτική ικανότητα της γωνίας μειώνεται, και γι’ αυτό σε άτομα άνω των 40 ετών πρέπει υποχρεωτικά να συμπεριλαμβάνεται στον οφθαλμολογικό τους έλεγχο και μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Το γλαύκωμα συνήθως εμφανίζεται μετά τα 40. Πιο συχνά παρουσιάζεται σε άτομα με ιστορικό γλαυκώματος στην οικογένεια. Είναι μια κληρονομική νόσος κατά 20%.
Η αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης τις περισσότερες φορές οφείλεται στην παρεμπόδιση της αποχέτευσης του υγρού που παράγεται στο εσωτερικό του ματιού μας, του υδατοειδούς υγρού. Το υδατοειδές υγρό παράγεται και αποχετεύεται συνεχώς. Αν για κάποιο λόγο παρεμποδιστεί η αποχέτευση του, τότε αυξάνεται η ενδοφθάλμια πίεση

.
Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες κινδύνου που η ύπαρξή τους προδιαθέτει για την εμφάνιση γλαυκώματος. Τέτοιοι είναι:

  • η προχωρημένη ηλικία
  • η φυλή
  • η μυωπία
  • ο σακχαρώδης διαβήτης
  • άλλες αγγειακές παθήσεις
  • η χρήση κορτιζόνης (τοπική ή συστηματική) για μεγάλο χρονικό διάστημα

Τύποι Γλαυκώματος:

  1. Χρόνιο γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας (το συχνότερο)
  2. Γλαύκωμα φυσιολογικής ή χαμηλής πιέσεως
  3. Γλαύκωμα κλειστής ή στενής γωνίας (οξύ ή χρόνιο)
  4. Δευτεροπαθές γλαύκωμα (μετά από φλεγμονές, τραύματα, εγχειρήσεις, φάρμακα κ.τ.λ)
  5. Συγγενές γλαύκωμα (εμφανίζεται στην πρώιμη παιδική ηλικία)

1. Χρόνιο απλό γλαύκωμα

Είναι η συνηθέστερη και πιο ύπουλη μορφή γλαυκώματος. Συχνά αναφέρεται ως ο «σιωπηλός κλέφτης της όρασης» ώστε να τονιστεί η απουσία πόνου ή άλλων συμπτωμάτων από τον ασθενή. Σ’ αυτό το τύπο γλαυκώματος η «γωνία» (η αποχέτευση δηλαδή του ματιού για το υδατοειδές υγρό) παραμένει ανοιχτή (γλαύκωμα ανοικτής γωνίας), αλλά χάνει βαθμιαία τη λειτουργικότητά της. Έτσι με την πάροδο των ετών και την πρόοδο της ηλικίας αυξάνει η ενδοφθάλμια πίεση και μαζί της ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης του οπτικού νεύρου.

2. Γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης

Μερικοί άνθρωποι έχουν πιο ευαίσθητο στην πίεση οπτικό νεύρο με συνέπεια τιμές ενδοφθάλμιας πίεσης που θεωρούνται γενικά «φυσιολογικές» να είναι ικανές να προκαλέσουν ζημιά στην όραση. Σε αυτές τις περιπτώσεις βοηθούν σημαντικά οι νέες τεχνολογίες απεικόνισης των ινών του οπτικού νεύρου που μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα και τις πιο μικρές αλλοιώσεις, προλαβαίνοντας έτσι τις δυσάρεστες συνέπειες πριν να είναι αργά.

3. Οξύ γλαύκωμα:

Σε ορισμένα άτομα η ίριδα (το χρωματιστό τμήμα του ματιού) βρίσκεται πολύ κοντά στην γωνία/αποχέτευση του ματιού, με αποτέλεσμα να την στενεύει και να μειώνει τη λειτουργικότητά της. Τέτοια άτομα έχουν συχνά μικρά σε μέγεθος μάτια και είναι υπερμετρωπικά.
Κάτω από ορισμένες συνθήκες (όπως π.χ. στο σκοτάδι ή στο ημίφως) η ίριδα είναι δυνατόν να μετακινηθεί ακόμα πιο μπροστά και να οδηγήσει σε πλήρη απόφραξη της γωνίας και απότομη αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Τα συμπτώματα είναι ιδιαίτερα έντονα και περιλαμβάνουν εντονότατο πόνο στο πάσχον μάτι, θόλωση της όρασης και χρωματιστούς κύκλους σαν ουράνια τόξα γύρω από τα φώτα, ενώ μπορεί να συνυπάρχουν πονοκέφαλος, ναυτία ή και εμετός.
Το οξύ γλαύκωμα είναι μια επείγουσα κατάσταση και αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα από ειδικό οφθαλμίατρο, μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε τύφλωση μέσα σε διάστημα λίγων ωρών.

4. Γλαύκωμα από τη χρήση κορτικοστεροειδών:

Η χρήση κορτιζονούχων φαρμάκων σε οποιαδήποτε μορφή (κρέμες για το δέρμα, κολλύρια, εισπνοές, ενέσεις κλπ) μπορεί μέσα σε λίγες μέρες ή εβδομάδες να ανεβάσει την πίεση του ματιού λόγω της απευθείας δράσης που έχουν αυτά τα φάρμακα στο αποχετευτικό σύστημα του ματιού. Με τη διακοπή των φαρμάκων η ενδοφθάλμια πίεση επανέρχεται στα προ της χορήγησης τους επίπεδα, αν και σε μακροχρόνια χρήση μπορεί να παραμείνει ανεβασμένη ακόμα και για μήνες από τη διακοπή τους.

5. Το συγγενές γλαύκωμα:
Το συγγενές γλαύκωμα αποτελεί μια ιδιαίτερη ομάδα γλαυκωμάτων που εκδηλώνεται συνήθως στα 3 πρώτα χρόνια της ζωής και συμβαίνει σε 1:10000 γεννήσεις. Επειδή το μάτι σ’ αυτή την ηλικία είναι ακόμα ευένδοτο, η αυξημένη πίεση προκαλεί διόγκωση του βολβού με αποτέλεσμα μια κλινική εμφάνιση που λέγεται «βούφθαλμος» επειδή το μάτι μεγαλώνει και προσομοιάζει «μάτι βοός». Επιπλέον το παιδί είναι ανήσυχο, έχει δακρύρροια, φωτοφοβία και κλείνει ή και τρίβει τα μάτια του. Όλα αυτά τα συμπτώματα πρέπει να θορυβήσουν τους γονείς ώστε να σπεύσουν αμέσως στον οφθαλμίατρο για περαιτέρω έλεγχο.

Άλλες μορφές γλαυκώματος:
Όπως προαναφέρθηκε το γλαύκωμα προκαλείται από πολλές ετερόκλιτες αιτίες και με ποικίλους μηχανισμούς.
Κάποια σύνδρομα αρκετά συχνά στο γενικό πληθυσμό, όπως το σύνδρομο ψευδοαποφολίδωσης και το σύνδρομο διασποράς χρωστικής, έχουν σαν αποτέλεσμα την εναπόθεση σωματιδίων στη γωνία (την αποχέτευση του ματιού) βουλώνοντάς την όπως π.χ. μπορεί να βουλώσει από ξένα σώματα ένας νεροχύτης. Έτσι περιορίζεται το ποσό του υδατοειδούς υγρού που αυτή μπορεί να αποβάλλει στη μονάδα του χρόνου, οδηγώντας και πάλι στη συσσώρευσή του και σε αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Ο φακός του ματιού (που βρίσκεται πίσω απ’ την ίριδα) μπορεί να είναι επίσης υπεύθυνος για την απόφραξη της γωνίας/αποχέτευσης με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα στο λεγόμενο «φακολυτικό» γλαύκωμα, η απελευθέρωση «υλικού» από έναν φακό με υπερώριμο καταρράκτη μπορεί να φράξει τη γωνία, προκαλώντας επώδυνη αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Διάφορες αιτίες ισχαιμίας, όπως ο διαβήτης, η στένωση των καρωτίδων κ.α., προάγουν τον σχηματισμό μιας μεμβράνης από παθολογικά αγγεία που λέγεται «νεοαγγειακή μεμβράνη». Με την πρόοδο της νόσου αυτή η μεμβράνη μεγαλώνει και συσπάται, έλκοντας την ίριδα προς τα μπροστά, αποφράσσοντας τη γωνία.
Γλαύκωμα επίσης μπορεί να προκληθεί με διάφορους μηχανισμούς από οφθαλμικούς όγκους, τραύματα, χειρουργικές επεμβάσεις κ.α.

Ποιά είναι τα συμπτώματα

Στα πρώτα στάδια γλαυκώματος ανοιχτής γωνίας, ο ασθενής δεν έχει συμπτώματα. Με την εξέλιξη όμως της νόσου και όσο η καταστροφή του οπτικού νεύρου συνεχίζεται, εμφανίζονται σκοτώματα στο περιφερικό οπτικό πεδίο του ασθενή. Αυτά τα σκοτώματα δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά μέχρι η βλάβη του οπτικού νεύρου να γίνει αρκετά σοβαρή ή μέχρι να διαγνωστούν από τον οφθαλμίατρο κατά την διάρκεια ενός πλήρους οφθαλμολογικού ελέγχου.

Παρομοίως, τα άτομα με αυξημένες πιθανότητες για ανάπτυξη κρίσεως οξέος γλαυκώματος (γλαύκωμα κλειστής γωνίας) δεν έχουν συμπτώματα μέχρι την στιγμή της κρίσης, όπου η ενδοφθάλμια πίεση φτάνει σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Τα συμπτώματα της κρίσεως οξέος γλαυκώματος είναι τα εξής:
vision_in_glaucoma

  • Έντονος πόνος του ματιού
  • Eρυθρότητα
  • Mειωμένη όραση
  • Έγχρωμα φωτοστέφανα γύρω από τις φωτεινές πηγές
  • Πονοκέφαλος
  • Ναυτία και έμετος

Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι ασθενείς με γλαύκωμα χαμηλής πίεσης συνήθως έχουν φυσιολογικές τιμές ενδοφθάλμιας πίεσης (≤ 22 mmHg), αλλά εμφανίζουν σημεία γλαυκωματικής βλάβης.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Η συχνή εξέταση των ματιών σας από έναν οφθαλμίατρο αποτελεί τον καλύτερο τρόπο ανίχνευσης του γλαυκώματος. Η επιστημονική – ιατρική ομάδα του Οφθαλμολογικού Κέντρου Περιστερίου Provision έχει ειδικευτεί στη διάγνωση και θεραπεία του γλαυκώματος.
Η εποχή που η διάγνωση του γλαυκώματος βασιζόταν μόνο στην μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης έχει παρέλθει. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση είναι αναμφίβολα ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να γίνει η διάγνωση και αυτό διότι θα πρέπει να υπάρχουν οπωσδήποτε βλάβες του οπτικού νεύρου και των οπτικών ινών για να είναι σίγουρη η διάγνωση του γλαυκώματος.Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (>21mmHg) δεν σημαίνει από μόνη της γλαύκωμα, όπως χαμηλή ενδοφθάλμια πίεση (<21mmHg) δεν αποκλείει το γλαύκωμα (γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης).Εφόσον βρεθεί αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση αλλά δεν υπάρχουν βλάβες στο οπτικό νεύρο, στις οπτικές ίνες και στο οπτικό πεδίο τότε μιλάμε για οφθαλμική υπερτονία και όχι για γλαύκωμα. Είναι μια κατάσταση η οποία δεν απαιτεί θεραπεία αλλά στενή παρακολούθηση. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μόνο ένας στους επτά ασθενείς με οφθαλμική υπερτονία εμφανίζει γλαύκωμα. Όταν η ενδοφθάλμια πίεση είναι μεγαλύτερη του 27-28, τότε οι πιθανότητες να εμφανιστεί γλαύκωμα είναι πάρα πολύ μεγάλες και η διάγνωση είναι σχεδόν σίγουρη, ανεξάρτητα από τα παθολογικά ευρήματα. Η διάγνωση του γλαυκώματος γίνεται με την αξιολόγηση του ιστορικού του ατόμου σε συνδυασμό με τις εξής οφθαλμολογικές εξετάσεις:

  1. Τονομέτρηση
  2. Γωνιοσκοπία
  3. Αξιολόγηση του οπτικού νεύρου και των νευρικών ινών
  4. Έλεγχος οπτικών πεδίων
  5. Παχυμετρία κερατοειδούς

1. Τονομέτρηση:

pascal_tonometer

Το ερώτημα αν η πίεση που μετράται κάθε φορά είναι η πραγματική ή όχι, απασχολεί πάντα τον οφθαλμίατρο για αυτό το λόγο στο οφθαλμολογικ;o κέντρο ρrovision οι έμπειροι οφθαλμίατροι για την διάγνωση του γλαυκώματος, πέρα από το κλασσικό τονόμετρο επιπέδωσης Goldmann, χρησιμοποιούν το προηγμένης τεχνολογίας ψηφιακό τονόμετρο Pascal (Ziemer).

Το τονόμετρο αυτό μπορεί να μας δώσει την πραγματική ενδοφθάλμια πίεση ελαχιστοποιώντας την επίδραση παραγόντων που ποικίλουν από εξεταζόμενο σε εξεταζόμενο (πάχος κερατοειδούς αντίσταση κερατοειδούς, υποκειμενική εκτίμηση του οφθαλμιάτρου) και βοηθούν σημαντικά στη διάγνωση του γλαυκώματος.

2. Γωνιοσκοπία:

Κατά την γωνιοσκοπία γίνεται έλεγχος της <γωνίας>, δηλαδή του σημείου που αποχετεύεται το υδατοειδές υγρό από το μάτι. Ο οφθαλμίατρος χρησιμοποιεί έναν ειδικό φακό σαν καθρέπτη ο οποίος εφάπτεται στον κερατοειδή για να εξετάσει την γωνία και να καθορίσει τον τύπο του γλαυκώματος του ασθενή.

3. Αξιολόγηση του οπτικού νεύρου και των νευρικών ινών:

Η εξέταση του οπτικού νεύρου για τη διάγνωση του γλαυκώματος γίνεται από τον οφθαλμίατρο με το οφθαλμοσκόπιο. Με το όργανο αυτό ελέγχουμε το μέγεθος της κοίλανσης του οπτικού νεύρου. Κοίλανση μεγαλύτερη του φυσιολογικού ή διαφορετικού μεγέθους κοίλανση ανάμεσα στα δύο μάτια ενός εξεταζόμενου μπορεί να οδηγήσει στη διάγνωση του γλαυκώματος.
Η αντικειμενική και ποσοτική καταγραφή της βλάβης του οπτικού νεύρου επιτυγχάνεται με τους αναλυτές του οπτικού νεύρου και της στιβάδας των νευρικών ινών (LST GDx OCT). Με αυτούς γίνεται τοπογραφική ανάλυση της οπτικής θηλής και μέτρηση του πάχους των οπτικών ινών.

Oct_OTI
Στο Οφθαλμολογικό Κέντρο Περιστερίου Provision διαθέτουμε το OCT τελευταίας γενιάς (Spectral OCT/SLO-OTI) με ανάλυση της τάξης των 6μm, μεγάλη ταχύτητα επεξεργασίας και δυνατότητα τρισδιάστατης απεικόνισης του οπτικού νεύρου και του πάχους της στιβάδας των οπτικών ινών .

Υπάρχει επίσης η δυνατότητα μέτρησης του αριθμού των γαγγλιακών κυττάρων στη περιοχή της ωχράς κηλίδας. Οι απολήξεις των κυττάρων αυτών σχηματίζουν το οπτικό νεύρο. Η καταγραφή αυτών των παραμέτρων συμβάλλει στην πρώιμη διάγνωση του γλαυκώματος, καθώς όπως είναι γενικά αποδεκτό οι δομικές αλλαγές προηγούνται των λειτουργικών στο γλαύκωμα.

4. Έλεγχος οπτικών πεδίων (Περιμετρία):
humphrey-740

Με την εξέταση των οπτικών πεδίων καταγράφουμε το ποσοστό των νευρικών ινών που έχουν καταστραφεί από το γλαύκωμα. Βασίζεται στην ικανότητα του εξεταζόμενου να αναγνωρίζει το φως σε κάθε περιοχή του αμφιβληστροειδή χιτώνα. H μελέτη του οπτικού πεδίου στο ρrovision, γίνεται με τo σύγχρονο αυτόματο περίμετρο Humphrey 740.
Η εξέταση αυτή είναι απαραίτητη και πρέπει να γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα προκειμένου να διαπιστώνονται οι μεταβολές στο πεδίο της όρασης και να παρακολουθούνται οι πιθανές επιδεινώσεις (σκοτώματα).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Το γλαύκωμα είναι μια πάθηση η οποία δεν θεραπεύεται αλλά ρυθμίζεται.

Αυτό σημαίνει ότι από τη θεραπεία περιμένουμε την αναστολή ή επιβράδυνση της εξέλιξης και όχι βελτίωση της βλάβης.
Κατά κανόνα, η βλάβη που προκαλείται από το γλαύκωμα είναι μη αναστρέψιμη. Οφθαλμικές σταγόνες, χάπια, και λέιζερ ή χειρουργικές επεμβάσεις χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την καθυστέρηση περαιτέρω γλαυκωματικής βλάβης.
Με κάθε τύπο γλαυκώματος, οι περιοδικές εξετάσεις είναι πολύ σημαντικές για την αποφυγή της απώλειας της οράσεως. Επειδή το γλαύκωμα μπορεί να χειροτερέψει χωρίς να το συνειδητοποιήσετε, η θεραπεία σας μπορεί να χρειαστεί να αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου.

Φαρμακευτική θεραπεία (αντιγλαυκωματικά κολλύρια):
Αποτελεί την πιο συχνά εφαρμοζόμενη θεραπεία στο γλαύκωμα. Κάποια φάρμακα στοχεύουν στη μείωση της παραγωγής του υδατοειδούς υγρού και άλλα στην αύξηση της αποχέτευσης.Τα φάρμακα μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε σαν μονοθεραπεία είτε σαν συνδυασμένη θεραπεία.

Θεραπεία με Laser:
Με το laser γλαυκώματος στοχεύουμε είτε στην αύξηση της αποχέτευσης του υδατοειδούς υγρού (laser τραμπεκουλοπλαστική) όπως συμβαίνει στο γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας, είτε στη διευκόλυνση της ροής του υδατοειδούς υγρού δημιουργώντας ένα περιφερικό «άνοιγμα» στην ίριδα (YAG-laser ιριδοτομή) όπως συμβαίνει στο γλαύκωμα στενής γωνίας.

Χειρουργική θεραπεία:
Η χειρουργική γλαυκώματος χρησιμοποιείται συνήθως όταν η συντηρητική θεραπεία αδυνατεί να ελέγξει το γλαύκωμα. Υπάρχουν πολλών ειδών χειρουργικές θεραπείες για το γλαύκωμα, όλες όμως στοχεύουν στη βελτίωση της αποχέτευσης δημιουργώντας ένα νέο αποχετευτικό σύστημα. Η ιατρική μας ομάδα θα σας προτείνει την καταλληλότερη και ασφαλέστερη επέμβαση για σας. Οι πιο συχνές εγχειρήσεις για το γλαύκωμα είναι η τραμπεκουλεκτομή, η εν τω βάθει σκληρεκτομή και η ένθεση βαλβίδων (Ahmed, Baerveldt).

Ποιος είναι ο ρόλος του ασθενή στη θεραπεία;
Η θεραπεία του γλαυκώματος απαιτεί «ομαδική» συνεργασία μεταξύ εσάς και του ιατρού σας. Ο ιατρός μπορεί να συνταγογραφήσει τη θεραπεία του γλαυκώματος, αλλά μόνο εσείς θα εξασφαλίσετε την τακτική λήψη των σταγόνων ή των χαπιών. Ποτέ μη σταματήσετε ή αλλάξετε τα φάρμακα εάν δεν συμβουλευθείτε πρώτα τον οφθαλμίατρό σας.

Οι συχνές εξετάσεις του ματιού και οι δοκιμασίες είναι κρίσιμες για την παρακολούθηση κάθε αλλαγής στα μάτια σας.

Θυμηθείτε, ότι πρόκειται για την όρασή σας και θα πρέπει να παίξετε σωστά το ρόλο σας στη διατήρησή της.

Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια

ΔΙΑΒΗΤΙΚΗ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΕΙΔΟΠΑΘΕΙΑ

Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια (ΔΑ) είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία τα αιμοφόρα αγγεία του αμφιβληστροειδούς του διαβητικού ασθενή υπόκεινται σε παθολογικές βλάβες, όπως είναι για παράδειγμα η διαρροή, οι μικροαιμορραγίες, η απόφραξη και η ισχαιμία και η δημιουργία νέων παθολογικών αγγείων στην επιφάνεια του αμφιβληστροειδούς.

Αποτελεί μια από τις κυριότερες αιτίες τύφλωσης στον δυτικό κόσμο. Εμφανίζεται συχνότερα (40%) σε ασθενείς με ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη (τύπου Ι) και περίπου στο 20% των πασχόντων από μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη (τύπου ΙΙ).

Διακρίνουμε δύο τύπους ΔΑ:

diabetic_retinopathy_backround
1. Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια υποστρώματος (ΔΑΥ):

Είναι το πρώτο στάδιο της νόσου. Στην ΔΑΥ, η προοδευτική καταστροφή των αγγείων του αμφιβληστροειδούς οδηγεί σε διαρροή υγρού, αίματος και λιπιδίων από τα τοιχώματά τους. Χαρακτηριστικές βλάβες στην ΔΑΥ είναι: τα μικροανευρύσματα, οι μικροαιμορραγίες, τα σκληρά εξιδρώματα, το οίδημα και η ισχαιμία της ωχράς κηλίδας. Ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό διαβητικών ασθενών πάσχουν από ήπια ΔΑΥ, χωρίς να έχει επηρεαστεί η όρασή τους. Η μείωση της όρασης στην ΔΑΥ οφείλεται στο οίδημα ή/και στην ισχαιμία της ωχράς κηλίδας.

2. Παραγωγική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια (ΠΔΑ):

diabetic_retinopathy_proliferative
Είναι το προχωρημένο στάδιο της ΔΑ κατά το οποίο τα αγγεία του αμφιβληστροειδούς αποφράσσονται πλήρως, εμποδίζοντας την αιμάτωσή του. Στην προσπάθεια επαναιμάτωσης των ισχαιμικών περιοχών, ο αμφιβληστροειδής δημιουργεί καινούργια, παθολογικά αγγεία (νεοαγγείωση) με εύθρυπτα τοιχώματα, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε αιμορραγία υαλοειδούς, σε ελκτική αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και σε νεοαγγειακό γλαύκωμα.
Ποιά είναι τα αίτια 
Όταν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα είναι αυξημένα (κακή ρύθμιση του διαβήτη), τότε τα πολύ μικρά αγγεία του αμφ/δούς , τα τριχοειδή αγγεία, καταστρέφονται σταδιακά, οδηγώντας στους δύο τύπους της ΔΑ που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορούν να καθυστερήσουν την εμφάνιση ή να επιβραδύνουν το ρυθμό εξέλιξης της ΔΑ.

Η διάρκεια της νόσου παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.

Όσα περισσότερα χρόνια πάσχει κανείς από σακχαρώδη διαβήτη, τόσο πιο πιθανό είναι να εμφανίσει ΔΑ.

Το 40-45% των ασθενών που εμφανίζουν σακχαρώδη διαβήτη για πρώτη φορά, πάσχει ήδη από κάποιας μορφής ΔΑ. Μετά από 15 χρόνια, 80% των ασθενών με τύπου 1 σακχαρώδη διαβήτη θα έχουν ΔΑ και το αντίστοιχο ποσοστό σε ασθενείς με τύπου 2 σακχαρώδη διαβήτη είναι 84% στα 19 χρόνια.
Η καλή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης όπως επίσης και τα χαμηλά επίπεδα λιπιδίων (χοληστερίνη και τριγλυκερίδια) στο αίμα, μειώνουν την πιθανότητα εμφάνισης ή το ρυθμό εξέλιξης της ΔΑ.
Τέλος η εγκυμοσύνη είναι μία κατάσταση η οποία μπορεί να επιδεινώσει την ΔΑ.

Ποιά είναι τα συμπτώματα

Τα αρχικά στάδια της ΔΑ είναι συνήθως ασυμπτωματικά.
Αργότερα, ανάλογα με την βαρύτητα της ΔΑ τα συμπτώματα που μπορεί να έχει ο ασθενής είναι τα εξής:

  • Θάμβος όρασης
  • Μυϊοψίες (κοινώς: μυγάκια)
  • Συχνές μεταβολές στην ποιότητα της όρασης
  • Ελλείμματα (σκοτώματα) στο οπτικό πεδίο
  • Δυσκολία στην αντίληψη των χρωμάτων
  • Πλήρη απώλεια της όρασης

Τυπικά, και οι δύο οφθαλμοί προσβάλλονται εξίσου.
Η μείωση της οπτικής οξύτητας στην ΔΑ οφείλεται κυρίως σε συλλογή υγρού στην περιοχή της ωχράς κηλίδας (διαβητικό οίδημα ωχράς).
Η σημαντική απώλεια της όρασης είναι αποτέλεσμα αιμορραγίας μέσα στην υαλοειδική κοιλότητα, από παθολογικά νεοαγγεία που έχουν δημιουργηθεί στα πλαίσια της παραγωγικής ΔΑ ή ελκτικής αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς στα τελικά στάδια της νόσου.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Η τυπική οφθαλμολογική εξέταση στους διαβητικούς ασθενείς περιλαμβάνει:

1. Μέτρηση οπτικής οξύτητας και διάθλαση.

2. Βιομικροσκόπηση: δηλαδή εξέταση των χιτώνων του οφθαλμού με την βοήθεια της σχισμοειδούς λυχνίας.

fundus_normal
3. Βυθοσκόπηση: δηλαδή έλεγχο του βυθού του οφθαλμού (ωχρά κηλίδα, οπτικό νεύρο και αμφιβληστροειδή) με την βοήθεια ειδικών φακών, μετά από ενστάλαξη κολλυρίων που μεγαλώνουν τη διάμετρο της κόρης του οφθαλμού (μυδρίαση).

Εάν κριθεί απαραίτητο, τότε ο περαιτέρω έλεγχος της νόσου περιλαμβάνει:

flouro_in_diabetic_retinopathy
4. Φλουοραγγειογραφία: Είναι μια ειδική εξέταση κατά την οποία γίνεται λήψη διαδοχικών φωτογραφιών του βυθού του οφθαλμού με την βοήθεια ειδικής κάμερας, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού υλικού (φλουοροσκεϊνης). Από τις φωτογραφίες αυτές μπορεί να διαπιστωθεί ποια αγγεία και πόσο υγρό διαρρέουν, ποια αγγεία έχουν αποφραχθεί και η παρουσία η όχι παθολογικών νεοαγγείων.
5. Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT): Είναι μία μη-επεμβατική εξέταση η οποία με την χρήση ειδικού laser, παρέχει πολύ υψηλής ευκρίνειας εικόνες του βυθού του οφθαλμού. Χρησιμοποιείται κυρίως για την εκτίμηση του πάχους του αμφιβληστροειδούς και της βαρύτητας του διαβητικού οιδήματος της ωχράς κηλίδας.

6. Υπερηχογραφία: Αυτή η εξέταση γίνεται όταν ο βυθός δεν μπορεί να ελεγχθεί λόγω αιμορραγίας υαλοειδούς, για την διάγνωση ή όχι αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς. Στην περίπτωση αυτή συνήθως χρεάζεται χειρουργική αντιμετώπιση.

Όταν ολοκληρωθεί ο οφθαλμολογικός έλεγχος, τότε ο οφθαλμίατρος σας θα αποφασίσει αν θα χρειαστεί θεραπευτική παρέμβαση ή απλός επανέλεγχος.
Όλοι οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να εξετάζονται άμεσα στην περίπτωση που αντιληφθούν αλλαγές στην όραση ενός οφθαλμού, που διαρκούν περισσότερο από λίγες ημέρες και δεν σχετίζονται με αλλαγές στα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα.

Η εξέλιξη της ΔΑ γίνεται μέσα σε διάστημα πολλών ετών. Για τον λόγο αυτό είναι πολύ σημαντικός ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος του διαβητικού ασθενή.
Η αμερικανική ακαδημία οφθαλμολογίας (ΑΑΟ, www.aao.org) συστήνει οι διαβητικοί ασθενείς να παρακολουθούνται ως εξής:

Διαβήτης τύπου 1: Μέσα στα πρώτα 5 χρόνια από την στιγμή της διάγνωσης του διαβήτη και μετά ετησίως.

Διαβήτης τύπου 2: Την στιγμή της διάγνωσης του διαβήτη και μετά ετησίως.

Διαβήτης κύησης: Μέσα στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, διότι η ΔΑ μπορεί να επιδεινωθεί γρήγορα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Η καλύτερη θεραπεία της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας είναι η πρόληψή της.
Η θεραπεία της ΔΑ συνήθως δεν διορθώνει πλήρως τις προϋπάρχουσες βλάβες, ούτε μπορεί να επαναφέρει την όραση στα αρχικά φυσιολογικά επίπεδα, απλά επιβραδύνει την απώλεια της όρασης. Αν η ΔΑ παραμείνει αθεράπευτη, τότε οδηγεί με βεβαιότητα σε σημαντικότατη απώλεια όρασης, ακόμη και σε τύφλωση.

Αυστηρή ρύθμιση του επιπέδου του σακχάρου στο αίμα, μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες εμφάνισης της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας και απώλειας της όρασης που προκύπτει απ’ αυτή.

Θεραπεία με laser (φωτοπηξία)

argon_laser_treatment
Εφαρμόζεται κυρίως στο διαβητικό οίδημα της ωχράς, στην παραγωγική ΔΑ και στο νεοαγγειακό γλαύκωμα.
Με την εφαρμογή ειδικού μήκους κύματος ακτινοβολίας (laser) πάνω στον αμφιβληστροειδή, αποφράσσονται τα παθολογικά αγγεία και μειώνεται το οίδημα της ωχράς.
Η θεραπεία γίνεται στο ιατρείο, μετά από ενστάλαξη αναισθητικών κολλυρίων, με την βοήθεια ειδικών φακών που εφαρμόζονται στην επιφάνεια του οφθαλμού.
Μετά την θεραπεία με laser είναι πιθανό οι ασθενείς να βλέπουν μικρά μαύρα στίγματα που αντιστοιχούν στις βολές του laser. Τα στίγματα αυτά συνήθως εξαφανίζονται με την πάροδο του χρόνου.
Στην παραγωγική ΔΑ, οι βολές του laser γίνονται σε όλη την έκταση του αμφιβληστροειδούς εκτός της ωχράς κηλίδας (παναμφιβληστροειδική φωτοπηξία). Αυτό βοηθάει στην υποστροφή των νεοαγγείων και μειώνει τις πιθανότητες αιμορραγίας και αποκόλλησης. Για την ολοκλήρωση της παναμφιβληστροειδικής φωτοπηξίας μπορεί να χρειαστούν 3-4 συνεδρίες θεραπείας.

Υαλοειδεκτομή

vitrectomy
Είναι μία χειρουργική διαδικασία, η οποία γίνεται σε νοσοκομειακό χώρο και συνήθως δεν χρειάζεται νοσηλεία του ασθενή. Εφαρμόζεται σε περίπτωση αιμορραγίας του υαλοειδούς ή/και σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
Κατά την διαδικασία της υαλοειδεκτομής, με την βοήθεια ειδικών εργαλείων μικροχειρουργικής, αφαιρείται η αιμορραγία και αποκαθίσταται η ανατομία του αμφιβληστροειδούς.
Μετά την υαλοειδεκτομή, τοποθετείται μέσα στο μάτι ένα ειδικό αέριο. Μέχρι να απορροφηθεί το αέριο αυτό και να επουλωθεί ο αμφιβληστροειδής, ο ασθενής πρέπει να κρατάει το κεφάλι του σε συγκεκριμένη θέση, σύμφωνα με τις οδηγίες του χειρουργού.

Ενδοβολβική έγχυση φαρμάκων
Είναι ένας σχετικά καινούργιος τρόπος αντιμετώπισης της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Κάτω από τοπική αναισθησία του οφθαλμού με σταγόνες, γίνεται ένεση φαρμάκων μέσα στην υαλοειδική κοιλότητα, συνήθως σε νοσοκομειακό χώρο, αλλά μπορεί να γίνει και στο ιατρείο σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα.
Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι η κορτιζόνη και οι αντιαγγειογεννετικοί παράγοντες (anti-VEGF), με σκοπό την μείωση του οιδήματος της ωχράς κηλίδας και τον καλύτερο έλεγχο της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας.

Τα κορτιζονούχα σκευάσματα χρησιμοποιούνται κυρίως για την ισχυρή αποιδηματική τους δράση . Ο τρόπος χορήγησης είναι είτε επαναλαμβανόμενες εγχύσεις ή εφάπαξ έγχυση σκευασμάτων βραδείας αποδέσμευσης. Ενδεικτικά αναφέρονται το Kenacort, το Iluvien (Alimera Sciences), το Ozurdex (Allergan), και το Retisert (Baush&Lomb). Πιθανές επιπλοκές της ενδοβολβικής χρήσης της κορτιζόνης είναι ο καταρράκτης και το γλαύκωμα.
Οι αντιαγγειογενετικοί παράγοντες είναι φάρμακα τα οποία αναστέλλουν την δράση του αγγειακού αυξητικού ενδοθηλιακού παράγοντα (VEGF), ο οποίος είναι υπεύθυνος για την δημιουργία παθολογικών αγγείων στα πλαίσια διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, όπως επίσης και ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας.Ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος αντιαγγειογενετικός παράγοντας είναι το LUCENTIS (ranibizumab – Novartis), λόγω των θετικών αποτελεσμάτων δραστικότητας και ασφάλειας που έδειξε σε μεγάλες, πολυκεντρικές μελέτες στο εξωτερικό. Άλλα αντίστοιχα σκευάσματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι το EYLEA και το AVASTIN.

Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε μηνιαίες, επαναλαμβανόμενες δόσεις με προοπτική μηνών ή και ετών. Δεν μπορεί να προβλεφθεί ο συνολικός αριθμός εγχύσεων που θα χρειαστούν για τον έλεγχο της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας εκ των προτέρων. Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται τακτικός επανέλεγχος σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού. Οι πιθανότητες επιπλοκών είναι μικρές και σχετίζονται κυρίως με την ίδια την διαδικασία της ένεσης και όχι με το φάρμακο. Ενδεικτικά αναφέρονται η μόλυνση, η αιμορραγία και η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.

Ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας

ΗΛΙΚΙΑΚΗ ΕΚΦΥΛΙΣΗ ΩΧΡΑΣ ΚΗΛΙΔΑΣ

Πρόκειται για μία διαταραχή της ωχράς κηλίδας, δηλαδή της κεντρικής περιοχής του αμφιβληστροειδούς χιτώνα του οφθαλμού. Ο αμφιβληστροειδής ντύνει σαν σεντόνι το εσωτερικό του οφθαλμού και μετατρέπει το φωτεινό ερέθισμα σε νευρικό, το οποίο στη συνέχεια μέσω του οπτικού νεύρου και της οπτικής οδού καταλήγει στον εγκέφαλο, για να το αντιληφθούμε τελικά σαν εικόνα.

Η ωχρά κηλίδα καταλαμβάνει ένα μικρό τμήμα του αμφιβληστροειδούς, είναι όμως υπεύθυνη για την κεντρική μας όραση, δηλαδή την όραση εκείνη που μας επιτρέπει να διακρίνουμε λεπτομέρειες (πχ πέρασμα βελόνας, ανάγνωση μικρών γραμμάτων και πινακίδων κατά την οδήγηση). Αντίθετα, ο υπόλοιπος αμφιβληστροειδής, ο περιφερικός, μας παρέχει την περιφερική όραση και την όραση σε χαμηλές συνθήκες φωτισμού.

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές παθήσεις που πλήττουν την ωχρά κηλίδα, η πιο συχνή όμως είναι η ΗΕΩ, η οποία σε ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών είναι μέρος της φυσιολογικής γήρανσης του οφθαλμού. Μία μεγάλη μελέτη στις ΗΠΑ, έδειξε ότι η πιθανότητα εμφάνισης ΗΕΩ, αυξάνεται από 2% στα άτομα μέσης ηλικίας (50ετών) σε περίπου 30% στα άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών,

Η ΗΕΩ αποτελεί τη συχνότερη αιτία απώλειας της όρασης σε ασθενείς άνω των 65 ετών μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την μέση αύξηση της επιβίωσης στον πληθυσμό, η ΗΕΩ τείνει να πάρει διαστάσεις επιδημίας, επιβαρύνοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων.

macula-image

Διακρίνουμε δύο τύπους ΗΕΩ:

1. ΞΗΡΟΥ ΤΥΠΟΥ ΗΕΩ:

Είναι η πιο συχνή μορφή της νόσου, αποτελώντας το 80-90% των περιπτώσεων. Ευτυχώς είναι και η λιγότερο σοβαρή. Χαρακτηρίζεται από την δημιουργία εναποθέσεων λιπιδίων και πρωτεϊνών κάτω από τον κεντρικό αμφιβληστροειδή, τα λεγόμενα drusen, με τον ασθενή σ ‘αυτή τη φάση να παραμένει ασυμπτωματικός Σταδιακά, η μακροχρόνια παρουσία των drusen οδηγεί σε λέπτυνση και δυσλειτουργία της ωχράς, λόγω καταστροφής των φωτοϋποδοχέων. Σ’ αυτή την φάση ξεκινούν τα πρώτα συμπτώματα. Στο τελικό στάδιο, η υπερβολική λέπτυνση του αμφιβληστροειδούς καταλήγει σε ατροφία η οποία ονομάζεται «γεωγραφική ατροφία», λόγω της ομοιότητας της ωχράς με γεωγραφικό χάρτη. Αυτός ο τύπος συνήθως ακολουθεί μια αργά εξελισσόμενη πορεία πολλών ετών με ήπια συμπτώματα, πάντα όμως υπάρχει ο κίνδυνος της μετάπτωσης στην πιο σοβαρή, την υγρή μορφή της ΗΕΩ.

2. ΥΓΡΟΥ ΤΥΠΟΥ ή ΕΞΙΔΡΩΜΑΤΙΚΗ ΗΕΩ:

Αποτελεί το υπόλοιπο 10-20% των περιπτώσεων και είναι η σοβαρότερη μορφή της πάθησης. Χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη παθολογικών αγγείων κάτω από την ωχρά, τα οποία έχουν εύθρυπτα τοιχώματα και διαρρέουν υγρό και αίμα, καταστρέφοντας τους φωτοϋποδοχείς, με τελικό αποτέλεσμα την μεγάλη και απότομη μείωση της όρασης. Όλες οι περιπτώσεις υγρής μορφής ήταν αρχικά ξηρού τύπου, οι οποίες εξελίχθηκαν.

Ποιά τα αίτια

Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνηση ηλικιακής εκφύλισης ωχράς που είναι γνωστοί μέχρι σήμερα είναι οι εξής:

  • Ηλικία: Βασικός παράγοντας κινδύνου, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο όνομα της νόσου, είναι η ηλικία. Όσο αυξάνεται η ηλικία, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα εμφάνισης της νόσου. Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, τελευταίες μελέτες έδειξαν ότι η πιθανότητα εμφάνισης ΗΕΩ, αυξάνεται από 2% στα άτομα μέσης ηλικίας (50ετών) σε περίπου 30% στα άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών.
  • Φύλο: Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα την νόσο, λόγω των χαμηλών επιπέδων οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση.

Επιδημιολογικές μελέτες έχουν αναδείξει αρκετούς τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης ΗΕΩ:

  • Κάπνισμα
  • Κακή διατροφή σε συνδυασμό με αυξημένο δείκτη μάζας-σώματος (BMI)
  • Αρτηριακή υπέρταση, αυξημένα επίπεδα χοληστερίνης
  • Απροστάτευτη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία
  • Όλες οι προσπάθειες πρόληψης της εμφάνισης ΗΕΩ από μέρους της ιατρικής κοινότητας έχουν εστιαστεί ακριβώς πάνω σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι καπνίζουν ή δεν φορούν γυαλιά ηλίου θα εμφανίσουν ΗΕΩ ή αντίθετα πως όσοι τρώνε υγιεινά και γυμνάζονται δεν θα χάσουν ποτέ την όρασή τους από ΗΕΩ.

Ο κληρονομικός παράγοντας φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στη πιθανότητα εμφάνισης, όσο και στη βαρύτητα εξέλιξης της πάθησης. Τα τελευταία χρόνια, έχουν εντοπιστεί συγκεκριμένες μεταλλάξεις (δηλαδή παραλλαγές στη δομή του γενετικού μας υλικού (DNA)) σε συγκεκριμένα γονίδια που επηρεάζουν την εμφάνιση της ΗΕΩ. Κάποιες από τις μεταλλάξεις αυτές προστατεύουν, ενώ άλλες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης ΗΕΩ.
Τελικά , φαίνεται πως η αλληλεπίδραση μεταξύ των επιδημιολογικών παραγόντων κινδύνου που αναφέρθηκαν παραπάνω και του γενετικού μας υλικού είναι αυτή που θα καθορίσει το αν κάποιος θα εμφανίσει ΗΕΩ, το πώς θα νοσήσει, αλλά και το αν θα ανταποκριθεί στην θεραπεία.

wet_armd

Ποιά είναι τα συμπτώματα 

1. ΞΗΡΟΥ ΤΥΠΟΥ ΗΕΩ:

Η ξηρού τύπου ΗΕΩ μπορεί να εμφανίζεται μόνο στο ένα ή και στα δύο μάτια. Όταν επηρεάζεται μόνο το ένα μάτι, τα συμπτώματα μπορεί να μην γίνουν άμεσα αντιληπτά από τον ασθενή, λόγω του ότι το άλλο μάτι βλέπει καλά.

  • Αρχικά, ήπια μείωση της οπτικής οξύτητας (Θολή μακρινή αλλά και κοντινή όραση)
  • Ανάγκη για περισσότερο φως
  • Ξεθώριασμα χρωμάτων
  • Δυσκολία στην όραση κατά την μετάβαση από φωτεινό σε σκοτεινό χώρο
  • Δυσκολία στην αναγνώριση προσώπων
  • Αντίληψη γκρίζας περιοχής στο κέντρο του οπτικού πεδίου

2. ΥΓΡΟΥ ΤΥΠΟΥ ΗΕΩ:

Χαρακτηριστικό της υγρής ΗΕΩ είναι ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως απότομα και επιδεινώνονται γρήγορα.

  • Μεταμορφοψία: δηλαδή παραμόρφωση των γραμμών. Οι ευθείες γραμμές φαίνονται κυματιστές, με καμπύλες. (όπως φαίνεται στην εικόνα). Υπάρχει ένα πολύ απλό και αξιόπιστο test για τον έλεγχο της μεταμορφοψίας, ο πίνακας του Amsler, τον οποίο μπορεί ο ασθενής να χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή για την υποκειμενική εκτίμηση της κατάστασης της ωχράς του. (φορώντας τα κοντινά του γυαλιά, με επαρκή φωτισμό, σε απόσταση 30-40cm, ελέγχει ξεχωριστά το κάθε μάτι)
  • Γκρίζες ή μαύρες κηλίδες στο οπτικό πεδίο
  • Μικροψία (διαταραχή στην αντίληψη του μεγέθους των αντικειμένων)
  • Πλήρης απώλεια της κεντρικής όρασης

Και οι δύο τύποι ΗΕΩ μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική απώλεια της κεντρικής όρασης εάν μείνουν αθεράπευτες ή σε περίπτωση που η θεραπεία αποτύχει, αλλά πρέπει να τονίσουμε ότι ποτέ δεν οδηγούν τον ασθενή σε πλήρη τύφλωση. Ακόμα και στα πιο προχωρημένα στάδια της νόσου οι ασθενείς εξακολουθούν να διατηρούν την περιφερική τους όραση, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να δυσκολεύονται σημαντικά στις κοντινές τους δραστηριότητες όπως είναι το διάβασμα, αλλά μπορούν να αυτοεξυπηρετούνται και να κινούνται ελεύθερα στον χώρο τους ή έξω στον δρόμο.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Οφθαλμολογικός Έλεγχος:

Ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος βοηθάει στην πρώιμη και έγκαιρη διάγνωση της ΗΕΩ, πολύ πριν ο ασθενής αντιληφθεί τα συμπτώματα της νόσου.

Βυθοσκόπηση:

Είναι ο έλεγχος του ‘βυθού’ του οφθαλμού, ο οποίος γίνεται εύκολα από τον οφθαλμίατρο με έναν ειδικό φακό, αφού πρώτα έχει διασταλεί η κόρη του ματιού με την βοήθεια μυδριατικών κολλυρίων. Δεν πρόκειται για κάποια ειδική οφθαλμολογική εξέταση, αλλά ανήκει στις εξετάσεις που γίνονται σε κάθε πλήρη οφθαλμολογικό έλεγχο. Με την βυθοσκόπηση μπορεί να διαγνωστούν και οι δύο μορφές της ΗΕΩ.

Φλουοραγγειογραφία:

Σε περίπτωση που κατά τον βυθοσκοπικό έλεγχο ο οφθαλμίατρος επισημάνει παθολογικά σημεία και ιδιαίτερα σημεία υγρής μορφής ΗΕΩ, τότε θα συστήσει να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις. Η βασική εξέταση για την επιβεβαίωση της διάγνωσης της ΗΕΩ, αλλά και για την επιμέρους σταδιοποίησή της είναι η φλουοραγγειογραφία.
Είναι μία εξέταση που μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση των αγγείων του οφθαλμού. Ένα ειδικό σκιαγραφικό που ονομάζεται φλουορεσκεϊνη ενίεται ενδοφλεβίως και κατόπιν γίνεται φωτογράφηση του βυθού. Στην περίπτωση της υγρής μορφής ΗΕΩ, καταγράφεται διαρροή της χρωστικής από τα παθολογικά αγγεία στην περιοχή της ωχράς κηλίδας.

fluorescein_angiography_dry_armd

Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT):

Είναι μία σύγχρονη, πολύ χρήσιμη, μη επεμβατική εξέταση για την διάγνωση παθήσεων της ωχράς κηλίδας. Επιτυγχάνει λεπτομερέστατη, τομογραφική απεικόνιση των στοιβάδων του αμφιβληστροειδούς, χωρίς να εκπέμπει ακτινοβολία.
Αυτοφθορισμός:

Είναι μία σύγχρονη μέθοδος απεικόνησης για την διάγνωση και την παρακολούθηση κυρίως της ξηρού τύπου ΗΕΩ, αλλά και άλλων κληρονομικών παθήσεων της ωχράς κηλίδας, όπως η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

ΞΗΡΟΥ ΤΥΠΟΥ ΗΕΩ:

Πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής:

Δεν υπάρχει κάποια αποδεδειγμένη θεραπεία για την ξηρού τύπου ΗΕΩ. Παρόλα αυτά, μία μεγάλη επιστημονική μελέτη (AREDS 2) έδειξε ότι η λήψη per os αντιοξειδωτικών βιταμινών και ψευδαργύρου, μπορεί να μειώσει τουλάχιστον κατά 25 %, την πιθανότητα μετάπτωσης στην εξιδρωματική (υγρή) μορφή της ΗΕΩ.

Παρακάτω φαίνονται τα συμπληρώματα διατροφής που μπορούν να ωφελήσουν και να μειώσουν την πιθανότητα εξέλιξης της ξηρού τύπου ΗΕΩ σε πιο προχωρημένα στάδια:
• Βιταμίνη C – 500 mg
• Βιταμίνη E – 400 IU
• Λουτεϊνη – 10 mg
• Ζεαξανθίνη – 2 mg
• Ψευδάργυρος – 80 mg
• Χαλκός 2 mg

Είναι πολύ σημαντικό να θυμάστε ότι τα συμπληρώματα βιταμινών δεν αποτελούν θεραπεία της ΗΕΩ, ούτε μπορούν να σας δώσουν πίσω την χαμένη όραση που έχει προκληθεί από την νόσο. Μπορούν όμως να βοηθήσουν τους ασθενείς υψηλού κινδύνου (ασθενείς με πολλά ‘μαλακά’ drusen ή με σημαντική απώλεια όρασης στον έτερο οφθαλμό) να διατηρήσουν την όρασή τους.

Τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου: Διακοπή καπνίσματος, υγιεινή διατροφή πλούσια σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της χοληστερίνης, καθημερινή σωματική άσκηση, χρήση απορροφητικών γυαλιών ηλίου.

ΕΞΙΔΡΩΜΑΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΗΕΩ:

Ενδοβολβικές εγχύσεις αντιαγγειογενετικών παραγόντων (anti-VEGF):

Οι αντιαγγειογενετικοί παράγοντες είναι ουσίες που αναστέλλουν την παραγωγή παθολογικών αγγείων στην περιοχή της ωχράς. Ενίονται ενδοβολβικά μέσα στην υαλοειδική κοιλότητα, σε ειδικά διαμορφωμένα ιατρεία ή κλινικές, κάτω από άσηπτες συνθήκες, αφού προηγηθεί τοπική αναισθησία με σταγόνες στον οφθαλμό. Όλη η διαδικασία γίνεται μέσα σε λίγα λεπτά, χωρίς να προκαλείται πόνος και χωρίς να χρειάζεται νοσηλεία. Η ένεση επαναλαμβάνεται κάθε ένα μήνα και συνήθως γίνονται αρχικά 3 ενέσεις και ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς αποφασίζεται η συνέχιση ή όχι της θεραπείας.

Δεν υπάρχει μέγιστος αριθμός ενέσεων που μπορεί να δεχτεί ο οφθαλμός. Η πιθανότητα επιπλοκών είναι μικρή και σχετίζεται με την ένεση αυτή καθεαυτή, παρά με το φάρμακο. Υπάρχει πιθανότητα μόλυνσης του οφθαλμού ή τραυματισμού του φακού και του αμφιβληστροειδούς(3/1000). Στις περισσότερες περιπτώσεις, το επιδιωκόμενο όφελος από τη θεραπεία αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκής.
Οι εμπορικές ονομασίες των σκευασμάτων που κυκλοφορούν είναι Lucentis, Eylea και Avastin. Τα δύο πρώτα είναι πολύ ακριβά σκευάσματα, τα οποία όμως με την υποβολή των κατάλληλων δικαιολογητικών, αποζημιώνονται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

intavitreal_injection

Argon laser φωτοπηξία:

Εναλλακτικά, σε περιπτώσεις που η βλάβη βρίσκεται μακριά από το κέντρο της ωχράς κηλίδας μπορεί να εφαρμοστεί laser, με σκοπό την καταστροφή της βλάβης από την εκπεμπόμενη υψηλή θερμότητα. Η θέση της βλάβης ανιχνεύεται με την βοήθεια της φλουοραγγειογραφίας. Μετά την θεραπεία με laser, παραμένει ένα μόνιμο σκότωμα στην περιοχή του οπτικού πεδίου που αντιστοιχεί στην θέση της βλάβης.

Φωτοδυναμική θεραπεία (PDT-Visudyne):

Είναι γνωστή και ως ‘ψυχρό’ laser. Ήταν η θεραπεία εκλογής για την εξιδρωματικού τύπου ΗΕΩ πριν την εμφάνιση των αντιαγγειογενετικών παραγόντων, με φτωχά όμως αποτελέσματα. Σήμερα, χρησιμοποιείται πλέον για την θεραπεία άλλων παθήσεων της ωχράς κηλίδας και όχι για την ΗΕΩ.

Χειρουργική θεραπεία: Περιλαμβάνει αφαίρεση της νεοαγγειακής μεμβράνης και μετατόπιση της ωχράς κηλίδας σε γειτονική, υγιή περιοχή του αμφιβληστροειδούς. Βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, λόγω των πολλών μετεγχειρητικών επιπλοκών.

Η θεραπεία πρέπει πάντοτε να εξατομικεύεται βάσει των νεότερων βιβλιογραφικών δεδομένων.

Τι γίνεται στην περίπτωση που η θεραπεία δεν αποδώσει

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι μόνο το 10% των ασθενών με ΗΕΩ πάσχουν από την εξιδρωματική μορφή της νόσου και το 75% από αυτούς δεν θα έχει καλή ανταπόκριση στη θεραπεία. Παρόλα αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι η πάθηση αυτή δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει σε πλήρη τύφλωση, λόγω του ότι η περιφερική όραση δεν επηρεάζεται. Οι ασθενείς αυτοί μπορούν να εκμεταλλευτούν την όραση που τους έχει απομείνει για να μάθουν να ‘βλέπουν ξανά’ και να ολοκληρώνουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, με την βοήθεια ειδικών συσκευών που ονομάζονται ‘βοηθήματα χαμηλής όρασης’. Η εκπαίδευση αυτή θα τους επιτρέψει να ανακτήσουν την αυτοπεποίθηση τους και να ζήσουν ανεξάρτητοι διατηρώντας μία καλή ποιότητα ζωής, παρά την απώλεια της κεντρικής τους όρασης.

Η διάγνωση της ΗΕΩ στα αρχικά της στάδια και κατά συνέπεια η έγκαιρη έναρξη της κατάλληλης θεραπείας, μπορούν να αναχαιτίσουν την εξέλιξη της νόσου. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο στα πλαίσια ενός τακτικού, ετήσιου οφθαλμολογικού ελέγχου, ο οποίος επιβάλλεται στα άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών.

Καταρράκτης

ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ

Ο καταρράκτης είναι η θόλωση του φυσικού φακού του ματιού.
Ο οφθαλμός μας έχει έναν φυσικό φακό ο οποίος ονομάζεται κρυσταλλοειδής φακός και βρίσκεται ακριβώς πίσω από την ίριδα. Ο φακός αυτός λειτουργεί όπως ο φακός μιας κάμερας, εστιάζοντας τις φωτεινές εικόνες στον αμφιβληστροειδή, ο οποίος στέλνει τις εικόνες στον εγκέφαλο.
Ο φακός αυτός φυσιολογικά είναι διαυγής σαν καθαρό κρύσταλλο, ωστόσο μπορεί να θολώσει και να χάσει τη διαφάνεια του. Η θόλωση του φακού ονομάζεται καταρράκτης.

cataract1

Ο καταρράκτης είναι η κύρια αιτία θεραπεύσιμης απώλειας όρασης σε άτομα ηλικίας άνω των 55 ετών.
Στο 99% των περιπτώσεων ο καταρράκτης είναι επίκτητος και στο 1% είναι συγγενής.

Ποιά είναι η αιτία 

H κύρια αιτία εμφάνισης του επίκτητου καταρράκτη είναι η ηλικία, ο λεγόμενος δηλαδή γεροντικός καταρράκτης, ο οποίος είναι μια φυσιολογική μεταβολή της σύστασης του φακού λόγω γήρανσης.

Η συχνότητα εμφάνισής του είναι 50% σε άτομα ηλικίας 65-75 ετών και 70% σε άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών.

Στα άτομα κάτω των 40 ετών, η πιο συχνή αιτία εμφάνισης καταρράκτη είναι το τραύμα και η υψηλή μυωπία.

Η χρήση ορισμένων φαρμάκων, όπως για παράδειγμα τα στεροειδή, δηλαδή τα κορτιζονούχα φάρμακα τα οποία χορηγούνται είτε τοπικά με την μορφή κολλυρίων, είτε συστηματικά, μπορούν να προκαλέσουν καταρράκτη σε άτομα με γενετική προδιάθεση (responders).

Τέλος ο καταρράκτης μπορεί να είναι αποτέλεσμα άλλων οφθαλμικών παθήσεων όπως είναι η χρόνια φλεγμονή, το γλαύκωμα και η υψηλή μυωπία ή αποτέλεσμα οφθαλμικών χειρουργικών επεμβάσεων όπως η εγχείρηση γλαυκώματος και η υαλοειδεκτομή.

Ο συγγενής καταρράκτης, ο καταρράκτης δηλαδή που εμφανίζεται με την γέννηση, εμφανίζεται κυρίως μετά από ενδομήτριες λοιμώξεις (ερυθρά – στις πρώτες 6 εβδομάδες της κύησης), σε μεταβολικές παθήσεις και σε ορισμένα σπάνια συστηματικά σύνδρομα.

Ο καταρράκτης δεν προκαλείται από υπερβολική χρήση των οφθαλμών και δεν μεταδίδεται από τον έναν οφθαλμό στον άλλο, παρ’όλο που μπορεί να είναι αμφοτερόπλευρος.

Δυστυχώς, δεν είναι δυνατή η πρόληψη του καταρράκτη, παρά μόνο η αφαίρεση του και η αντικατάσταση του με ένα τεχνητό φακό (ενδοφακό), ο οποίος μπορεί να αποκαταστήσει την όραση σας και να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωή σας.

Ποιά είναι τα συμπτώματα

Τα κυριότερα συμπτώματα είναι:

  • cataract Προοδευτική μείωση της μακρινής και κοντινής όρασης.
  • Μειωμένη αντίληψη των χρωμάτων.
  • Επιδείνωση της όρασης τη νύχτα.
  • Λάμψεις και αντανακλάσεις γύρω από φωτεινές πηγές κυρίως τη νύχτα (π.χ. ακτίνες ή στεφάνη γύρω από τα φώτα των αυτοκινήτων κατά την βραδινή οδήγηση).
  • Πρόκληση ή επιδείνωση μυωπίας, με αποτέλεσμα τα γυαλιά που φοράτε να μην σας βοηθούν.

Τα παραπάνω συμπτώματα έχουν ως αποτέλεσμα να επηρεάσουν τις καθημερινές σας δραστηριότητες όπως:

  • Οδήγηση (ειδικά το βράδυ)
  • Διάβασμα, γράψιμο, παρακολούθηση τηλεόρασης ή υπολογιστή
  • Άλλες ασχολίες που απαιτούν λεπτομερή παρατήρηση αντικειμένων (π.χ. κέντημα, ράψιμο)

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Εάν έχετε παρατηρήσει κάποια από τα συμπτώματα που ήδη αναφέραμε, καλό θα ήταν να προγραμματίσετε άμεσα ένα ραντεβού στο κέντρο μας για έναν πλήρη οφθαλμολογικό έλεγχο.

Ο οφθαλμολογικός έλεγχος περιλαμβάνει :

  • Διαθλαστικός έλεγχος και μέτρηση της οπτικής οξύτητας των οφθαλμών
  • Μέτρηση οφθαλμικής πιέσεως
  • Βυθοσκόπηση, συνήθως χρησιμοποιούνται σταγόνες όπου γίνεται διαστολή της κόρης των οφθαλμών και με τη  βοήθεια ειδικών φακών γίνεται εξέταση του εσωτερικού τμήματος του φακού.
  • Τοπογοραφία κερατοειδούς (Orbscan)
  • Βιομετρία (IOL Master-Zeiss) μετράει με ακρίβεια το αξονικό μήκος του οφθαλμού και  υπολογίζει τις διοπτρίες του ενδοφακού που θα τοποθετηθεί κατά την επέμβαση του καταρράκτη.

Εφόσον ολοκληρωθούν οι εξετάσεις και αξιολογηθούν από τον γιατρό, θα ενημερωθείτε εάν πρέπει να αφαιρεθεί ο καταρράκτης άμεσα ή μελοντικά.

Σε περίπτωση που θα χρειαστεί να γίνει αφαίρεση του καταρράκτη, θα ενηρωθείτε αναλυτικά από τον γιατρό  σας για την διαδικασία της επέμβασης, για το είδος του φακού που θα χρησιμοποιηθεί (όπως πολυεστιακός,τορικός, κ.λπ.) καθώς και για την φαρμακευτική αγωγή που θα ακολουθήσετε.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Ο μοναδικός τρόπος θεραπείας του καταρράκτη είναι η μικροχειρουργική αφαίρεσή του, κυρίως με την μέθοδο της φακοθρυψίας.
Η χειρουργική επέμβαση καταρράκτη έχει παρουσιάσει σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις από την εποχή των γονέων και των παππούδων μας.
Κάθε χρόνο εκατομμύρια άνθρωποι επιλέγουν την αποκατάσταση τόσο της όρασης τους όσο και του τρόπου ζωή τους, θεραπεύοντας τον καταρράκτη τους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν κολλύρια ή άλλα φάρμακα τα οποία καθυστερούν την εξέλιξη ή θεραπεύουν τον καταρράκτη και ο ρυθμός εξέλιξης του καταρράκτη δεν μπορεί να προβλεφθεί.

Τι είναι η φακοθρυψία;

Η φακοθρυψία είναι η πιο σύγχρονη μέθοδος χειρουργικής του καταρράκτη, κατά την οποία χρησιμοποιούνται ψηφιακά ελεγχόμενοι υπέρηχοι για την αφαίρεση του θολωμένου κρυσταλλοειδούς φακού.
Γίνεται μία πολύ μικρή τομή από 1.4 μέχρι 2.2 χιλιοστά μέσα από την οποία εισάγεται στο μάτι ένας ειδικός στειλεός ο οποίος παράγει υπερήχους.
Το αποτέλεσμα είναι ο σταδιακός τεμαχισμός και η αναρρόφηση των τμημάτων του θολωμένου φακού.
Μέσα στο άδειο πλέον περίβλημα του κρυσταλλοειδούς φακού, το περιφάκιο, τοποθετείται ένας τεχνητός φακός ο οποίος ονομάζεται ενδοφακός και είναι συνήθως ακρυλικός.

Ποια διαδικασία ακολουθείται κατά την φακοθρυψία;

  • Γίνεται κάτω από τοπική αναισθησία με σταγόνες, χωρίς ενέσεις. Σε ορισμένους πολύ αγχώδεις ασθενείς μπορεί να χορηγηθεί μία ήπια μέθη από τον αναισθησιολόγο της κλινικής.
  • Η κύρια επέμβαση διαρκεί περίπου 10 με 15 λεπτά και είναι τελείως ανώδυνη.
  • Συνήθως δεν χρησιμοποιούνται ράμματα, λόγω του μικρού μεγέθους της τομής και το μάτι μένει ανοιχτό χωρίς επιδέσμους.
  • Δεν χρειάζεται νοσηλεία του ασθενούς, αλλά μικρή παραμονή του στην κλινική για 1 με 2 ώρες μετά την επέμβαση.
  • Η επάνοδος της όρασης είναι άμεση και εκτός από την ημέρα της επέμβασης, ο ασθενής δεν διακόπτει τις καθημερινές του δραστηριότητες.
  • Μετεγχειρητικά χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά κολλύρια για περίπου 20 ημέρες με ένα μήνα.

Πότε πρέπει να χειρουργείται ο καταρράκτης;

Όταν δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της όρασης που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής του εκάστοτε ασθενή, ακόμη και αν η οπτική του οξύτητα είναι αντικειμενικά υψηλή.
Σπανίως, πέραν των απαιτήσεων του ασθενή, μπορεί να συντρέχουν και ιατρικοί λόγοι για την αφαίρεση του καταρράκτη όπως για παράδειγμα ορισμένοι τύποι γλαυκώματος ή αδυναμία παρακολούθησης παθήσεων του βυθού (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας).
Με την μέθοδο της φακοθρυψίας, η άποψη ότι για να χειρουργηθεί ο καταρράκτης πρέπει να έχει ωριμάσει δεν ισχύει πλέον σήμερα, αντίθετα κάτι τέτοιο κάνει την αφαίρεση πιο δύσκολη και αυξάνει την πιθανότητα των διεγχειρητικών επιπλοκών.

Ποιες είναι οι πιθανές επιπλοκές της επέμβασης του καταρράκτη;

Όταν η φακοθρυψία γίνεται από έμπειρους χειρουργούς, με σύγχρονο εξοπλισμό και σε καλά οργανωμένο χειρουργικό χώρο, οι επιπλοκές είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε την μόλυνση, τη φλεγμονή, την αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και την αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Ας μην ξεχνάμε ότι η φακοθρυψία είναι ίσως η πιο ασφαλής χειρουργική επέμβαση που γίνεται στο ανθρώπινο σώμα με ποσοστό επιτυχίας περίπου 97%.
Οι περιπτώσεις όπου η επέμβαση καταρράκτη δεν οδηγεί σε βελτίωση της οπτικής οξύτητας, είναι κυρίως λόγω υποκείμενης οφθαλμικής νόσου που αφορά τον βυθό του οφθαλμού.

Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι ενδοφακών;

Τα καλά νέα είναι ότι έχετε να αντιμετωπίσετε τον καταρράκτη σε μια εποχή όπου η τεχνολογία των ενδοφακών έχει πραγματοποιήσει ένα γιγάντιο βήμα προς τα εμπρός.
Η εξέλιξη στον τομέα των εδοφακών έχει οδηγήσει στην κατασκευή ενδοφακών με άριστη ποιότητα υλικού και κορυφαία οπτικά χαρακτηριστικά όπως ειδικά φίλτρα για την απορρόφηση της υπεριώδους ακτινοβολίας, ασφαιρικές επιφάνειες και δυνατότητα ένθεσης μέσα από πολύ μικρές τομές.

Μονοεστιακός

Μέχρι πριν μία δεκαετία περίπου, ο μοναδικός τύπος ενδοφακού ήταν ο μονοεστιακός ενδοφακός, ο οποίος χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό μέχρι και σήμερα και παρέχει πολύ καλή οπτική οξύτητα μόνο για μακρινή ή μόνο για κοντινή απόσταση, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.

Πολυεστιακός

Το 1997 κυκλοφόρησε ο πρώτος πολυεστιακός ενδοφακός, ο οποίος έφερε μια νέα εποχή στην χρήση των ενδοφακών και έδωσε την δυνατότητα στους ασθενείς να έχουν ταυτόχρονα πολύ καλή μακρινή και κοντινή όραση.
Από τότε, οι πολυεστιακοί ενδοφακοί έχουν τελειοποιηθεί και ορισμένα οπτικά τους μειονεκτήματα όπως το θάμβος σε χαμηλές συνθήκες φωτισμού και η φωτεινή άλως γύρω από τα φώτα, τα συναντάμε πλέον σπάνια.
Με λίγα λόγια, ο πολυεστιακός φακός θεραπεύει μαζί με τον καταρράκτη και την πρεσβυωπία, αφήνοντας τον ασθενή πρακτικά ανεξάρτητο από την χρήση γυαλιών.

Προσαρμοστικός

Παρόμοιος με τον πολυεστιακό είναι ο προσαρμοστικός ενδοφακός, ο οποίος σε αντίθεση με τον πολυεστιακό που παραμένει ακίνητος μέσα στο περιφάκιο, είναι έτσι σχεδιασμένος ώστε να αλλάζει σχήμα και θέση ανάλογα με το ερέθισμα της προσαρμογής για να παρέχει καλή κοντινή όραση.

Τορικός

Ο τορικός ή αστιγματικός ενδοφακός κάνει δυνατή τη μείωση ή τον περιορισμό του κερατοειδικού αστιγματισμού και βελτιώνει ακόμη περισσότερο την μακρινή όραση συγκριτικά με τον μονοεστιακό ενδοφακό.

Μπορεί να εμφανιστεί ξανά ο καταρράκτης;

Όταν ο καταρράκτης αφαιρεθεί, είναι αδύνατον να εμφανιστεί πάλι. Αυτό που συμβαίνει αρκετά συχνά, σε ποσοστό περίπου 25% των ασθενών, είναι η θόλωση του περιφακίου, του σάκου δηλαδή μέσα στον οποίο έχει τοποθετηθεί ο ενδοφακός. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται δευτερογενής καταρράκτης. Μπορεί να συμβεί μια μόνο φορά στη ζωή του ασθενή και αντιμετωπίζεται εύκολα, χωρίς νέα επεμβάση, με ένα ειδικό laser (YAG-laser), το οποίο διαρκεί 1 -2 λεπτά και επιτρέπει άμεση επάνοδο του ασθενή στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Μυωπία

ΜΥΩΠΙΑ

Η μυωπία είναι μια διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, κατά την οποία ο οφθαλμός είναι μεγαλύτερος από το φυσιολογικό (αξονική μυωπία) ή η καμπυλότητα του κερατοειδούς είναι αυξημένη (διαθλαστική μυωπία), με συνέπεια να μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στον κερατοειδή και τον αμφιβληστροειδή. Οι ακτίνες του φωτός δεν εστιάζονται στον αμφιβληστροειδή όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά σε κάποιο σημείο μπροστά από αυτόν. Ο μύωπας αδυνατεί να δει καθαρά τα αντικείμενα που βρίσκονται μακριά.

Μυωπία και παιδί

Η μυωπία είναι κληρονομική και συνήθως εμφανίζεται μεταξύ των οκτώ και δώδεκα ετών. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας όπου το σώμα αναπτύσσεται, παρατηρείται αύξηση και της μυωπίας. Από την ηλικία των είκοσι ετών περίπου έως και τα σαράντα, υπάρχει ελάχιστη αύξηση. Τέλος, η μυωπία μπορεί να εμφανισθεί και στους ενήλικες.

Υψηλή μυωπία

Η μυωπία μπορεί να έχει απλή μορφή (απλή μυωπία) ή να είναι κακοήθης (εκφυλιστική μυωπία). Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχουν εμφανείς, έντονες, παθολοανατομικές αλλοιώσεις, ενώ στην δεύτερη περίπτωση παρατηρούνται αλλοιώσεις στον βυθό του μυωπικού ασθενή.

Ασθενείς με υψηλή μυωπία έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν γλαύκωμα και καταρράκτη. Η πιο σοβαρή επιπλοκή που μπορεί να εμφανιστεί στους μυωπικούς οφθαλμούς είναι η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, κάτι που πρέπει οι μύωπες να προσέχουν, ιδιαίτερα όταν η μυωπία χαρακτηρίζεται υψηλή και συνυπάρχουν μυωπικές αλλοιώσεις στην περιφέρεια του αμφιβληστροειδούς.

Η συχνή επίσκεψη στον οφθαλμίατρο θεωρείται πολύ σημαντική για την παρακολούθηση της μυωπίας και των πιθανών επιπλοκών της.

Ποιά είναι τα αίτια

Αρκετά συχνά η μυωπία είναι κληρονομική, δηλαδή γενετικά προκαθορισμένη. Περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως ο σύγχρονος τρόπος ζωής και εργασίας π.χ (κατάχρηση τηλεόρασης και ηλεκτρονικού υπολογιστή) και η εργασία σε κλειστούς χώρους, συντελούν στην αύξηση της μυωπίας. Σπανιότερα αίτια εμφάνισης μυωπίας αποτελούν ορισμένες οφθαλμολογικές παθήσεις όπως το συγγενές γλαύκωμα και η σφαιροφακία.

Ποιά είναι τα συμπτώματα

Συχνά παράπονα ενός μύωπα είναι η κακή μακρινή όραση, ο πονοκέφαλος και η κοπιωπία. Οι μύωπες συχνά αναφέρουν αδυναμία ανάγνωσης οδικών πινακίδων, υποτίτλων στην τηλεόραση ή γραμμάτων του σχολικού πίνακα. Κατά την εφηβική ηλικία οι βαθμοί της μυωπίας μπορεί να αυξηθούν σημαντικά, σε αντίθεση με την ηλικία μεταξύ 20 και 40 ετών όπου συνήθως παρατηρούνται μικρές μεταβολές.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 

Η διάγνωση της μυωπίας γίνεται κατά τον τυπικό οφθαλμολογικό έλεγχο, με μια απλή μέτρηση της οπτικής οξύτητας του ατόμου.

Για να προσδιοριστεί η οπτική οξύτητα, ο ασθενής καλείται να διακρίνει τα σύμβολα ενός ειδικού πίνακα (οπτότυπο) που βρίσκεται σε συγκεκριμένη απόσταση από τα μάτια του.

Με την βοήθεια της σκιασκοπίας ή του αυτόματου διαθλασίμετρου, ο οφθαλμίατρος βρίσκει τους βαθμούς της μυωπίας του ασθενή και συνταγογραφεί τα γυαλιά του.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι αντιμετώπισης της μυωπίας. Ο καταλληλότερος εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες του οφθαλμού και τον τρόπο ζωής του κάθε μύωπα.
Ο πιο συχνός τρόπος διόρθωσης της μυωπίας είναι τα γυαλιά και οι φακοί επαφής. Με την χρήση τους, γίνεται επανεστίαση του φωτός στο σωστό σημείο του οφθαλμού, δηλαδή επάνω στον αμφιβληστροειδή χιτώνα και παρέχεται προστασία από την βλαπτική, υπεριώδη ακτινοβολία (UV) μέσω των ειδικών φίλτρων που εφαρμόζονται πάνω στους φακούς.
Εναλλακτικά, ο μύωπας μπορεί να επιλέξει μεταξύ των διαφόρων διαθλαστικών επεμβάσεων για την μόνιμη πλέον διόρθωση της μυωπίας του. Τέτοιες επεμβάσεις είναι η LASIK, Femtosecond LASIK και PRK, η τοποθέτηση φακικού ενδοφακού και άλλες.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε το Τμήμα Διαθλαστικής Χειρουργικής.

Στραβισμός

ΣΤΡΑΒΙΣΜΟΣ

strabismus2
Ο στραβισμός είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάθε κατάσταση κατά την οποία τα μάτια δεν είναι παράλληλα – δηλαδή όταν το ένα μάτι στρέφεται ή ξεφεύγει προς τα μέσα, έξω, πάνω ή κάτω. Ο στραβισμός μπορεί να είναι παρών συνεχώς, ή μπορεί να εμφανίζεται όταν το παιδί είναι κουρασμένο, άρρωστο ή όταν εστιάζει σε κοντινά αντικείμενα.

Ο στραβισμός είναι μια συχνή παιδική πάθηση, η οποία μπορεί να είναι προφανής από την ημέρα της γέννησης ή μπορεί να εμφανισθεί αργότερα, ακόμα και μετά την ενηλικίωση. Συχνά εμφανίζεται σαν κληρονομική πάθηση μέσα στην οικογένεια, αλλά ενδέχεται και να μην υπάρχουν συγγενείς με την ίδια πάθηση.

Μερικοί συχνοί τύποι στραβισμού είναι οι εξής:

Ιδιοπαθής βρεφική εσωτροπία:

Είναι ο αγνώστου αιτιολογίας συγκλίνων στραβισμός, που εμφανίζεται μέσα στους πρώτους 6 μήνες της ζωής.

Προσαρμοστικός συγκλίνων στραβισμός:

Είναι μία μορφή εσωτροπίας, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά ηλικίας 2-3 ετών. Τα παιδιά αυτά έχουν συνήθως υψηλή υπερμετρωπία και κατά την προσπάθειά τους να εστιάσουν, τα μάτια τους στρέφονται προς τα μέσα (δηλ. προς την μύτη).

Εξωτροπία:

Είναι ο τύπος του στραβισμού κατά τον οποίο τα μάτια στρέφονται προς τα έξω, κυρίως όταν το παιδί κοιτάει μακριά. Μπορεί να εμφανίζεται περιστασιακά όταν το παιδί είναι αφηρημένο, κουρασμένο ή όταν βρίσκεται στο έντονο φως του ήλιου.
Ποιά είναι τα αίτια

eye-muscles2-trans-jpeg
Για να μπορέσουν τα μάτια να ευθυγραμμιστούν και να εστιάστουν ταυτόχρονα στον ίδιο στόχο, πρέπει οι οφθαλμοκινητικοί μύες του κάθε ματιού να συνεργαστούν μεταξύ τους, αλλά και με τους μύες του άλλου ματιού.

Η συνεργασία αυτή ελέγχεται από τον εγκέφαλο, ο οποίος ταυτίζει τις δύο εικόνες σε μία, τρισδιάστατη εικόνα (αίσθηση του βάθους στο χώρο), αναπτύσσοντας έτσι τις λεγόμενες πλήρεις διόφθαλμες λειτουργίες (στερεοσκοπική όραση).
Όταν ένα από τα δύο μάτια στραβίζει, τότε ο εγκέφαλος λαμβάνει δύο διαφορετικές εικόνες. Ο παιδικός εγκέφαλος στην προσπάθειά του να αποφύγει το πολύ ενοχλητικό σύμπτωμα της διπλωπίας που του προκαλεί ο στραβισμός, ξεκινάει να αγνοεί την εικόνα που προέρχεται από το μάτι που στραβίζει και προτιμά την εικόνα από το φυσιολογικό μάτι. Με τον μηχανισμό αυτό εμποδίζεται τελικά η ανάπτυξη διόφθαλμων λειτουργιών, δηλαδή τρισδιάστατης όρασης.

Οι ενήλικες που αναπτύσσουν στραβισμό συνήθως βλέπουν διπλά (διπλωπία), λόγω του ότι ο εγκέφαλός τους έχει ήδη μάθει να λαμβάνει εικόνες και από τα δύο μάτια και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αγνοήσει την εικόνα από το μάτι που στραβίζει.
Στους ενήλικες, ο στραβισμός μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και οφείλεται συνήθως σε τραυματισμό, σε λοίμωξη ή σε κάποιο νόσημα όπως π.χ. πάρεση κάποιου νεύρου ή δυσθυρεοειδική οφθαλμοπάθεια.

Στραβισμός εμφανίζεται πολύ συχνά σε παιδιά με παθήσεις του εγκεφάλου όπως σύνδρομο Down, υδροκέφαλος, εγκεφαλικές παρέσεις, όγκους, προωρότητα. Επίσης, ο συγγενής καταρράκτης και το τραύμα μπορούν να προκαλέσουν στραβισμό. Παρ’ όλα αυτά, η πλειοψηφία των παιδιών με στραβισμό δεν εμφανίζουν κάποιο από τα παραπάνω αίτια.

Στραβισμική αμβλυωπία:

Ο στραβισμός είναι ένας από τους κύριους παράγοντες πρόκλησης αμβλυωπίας, ειδικά όταν συμβαίνει πριν από την ηλικία των έξι ετών. Η συνεχής απώθηση της εικόνας που προκαλεί ο στραβισμός οδηγεί στη μόνιμη ελάττωση της οπτικής οξύτητας του ματιού που στραβίζει. Η στραβισμική αμβλυωπία είναι πιο συχνή στην εσωτροπία (παρέκκλιση του οπτικού άξονα προς τα μέσα) αλλά εμφανίζεται λιγότερο συχνά και στην εξωτροπία.
Ποιά είναι τα συμπτώματα 

Το βασικό σύμπτωμα του στραβισμού είναι η κακή ευθυγράμμιση των ματιών, δηλαδή η κατάσταση εκείνη κατά την οποία τα μάτια δεν είναι παράλληλα και δεν εστιάζουν στο ίδιο σημείο.

Στα βρέφη ηλικίας μέχρι τριών μηνών, η ύπαρξη στραβισμού δεν αξιολογείται, γιατί τα μάτια δεν συνεργάζονται ακόμα ικανοποιητικά.

Άλλα σημεία που μπορεί να παρατηρηθούν στον στραβισμό είναι τα ασύμμετρα σημεία αντανάκλασης των δύο ματιών, η κλίση του κεφαλιού προς την μία ή την άλλη μεριά (αντισταθμιστική θέση κεφαλής), η κακή συνεργασία των ματιών κατά την κίνησή τους (κακή συνκινησία) και η απώλεια στερεοσκοπικής όρασης (απώλεια της αίσθησης του βάθους πεδίου).

Ψευδοστραβισμός

Αρκετά συχνά, τα μάτια των βρεφών φαίνεται ότι στραβίζουν, χωρίς όμως να υπάρχει στραβισμός στην πραγματικότητα. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται ψευδοστραβισμός και συμβαίνει λόγω του ότι τα βρέφη και τα μικρά παιδιά έχουν περίσσεια δέρματος στην κάθε πλευρά της μύτης (επίκανθος) και φαρδιά και επίπεδη βάση μύτης, με αποτέλεσμα να σκεπάζεται ένα μικρό τμήμα του ματιού και να δίνει την εντύπωση του στραβισμού. Μεγαλώνοντας το παιδί, ο ψευδοστραβισμός βελτιώνεται και τελικά εξαφανίζεται, σε αντίθεση με τον πραγματικό στραβισμό ο οποίος χρειάζεται οπωσδήποτε θεραπεία.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Οφθαλμολογικός έλεγχος 
Η διάγνωση του στραβισμού γίνεται συνήθως στα πλαίσια μίας βασικής οφθαλμολογικής εξέτασης από τον παιδίατρο, ο οποίος στη συνέχεια παραπέμπει το παιδί στον οφθαλμίατρο για πλήρη διαγνωστικό έλεγχο και θεραπεία.

Στον έλεγχο αυτό ο οφθαλμίατρος ελέγχει την οπτική οξύτητα, την οφθαλμοκινητικότητα, την συνεργασία των δύο ματιών και την ανατομική ακεραιότητά τους, μέσα από μία διαδικασία η οποία ανάλογα με την ηλικία του παιδιού περιλαμβάνει ανάγνωση εικόνων και αριθμών. Συνήθως, χρειάζεται να γίνει μυδρίαση, δηλαδή διαστολή της κόρης των ματιών, με την ενστάλαξη ειδικών κολλυρίων, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ο βυθός και να μετρηθεί με βεβαιότητα η όποια διαθλαστική ανωμαλία του παιδιού.

Η διαδικασία αυτή χρειάζεται παραμονή περίπου μίας ώρας στον χώρο του κέντρου μας.

Η μυδρίαση διαρκεί περίπου 5-6 ώρες και μετά η κόρες των ματιών επανέρχονται στο φυσιολογικό τους μέγεθος.

Η σύσταση της Αμερικανικής Οφθαλμολογικής Ακαδημίας (ΑΑΟ, www.aao.org) είναι ο έλεγχος της όρασης των παιδιών να γίνεται στις ακόλουθες χρονικές περιόδους:

  • Νεογέννητα έως 3 μηνών
  • 6 μηνών έως 1 έτους (ιδιαίτερα εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό αμβλυωπίας, στραβισμού, συγγενούς καταρράκτη, συγγενούς γλαυκώματος ή ρετινοβλαστώματος)
  • 3 ετών
  • 5 έως 6 ετών

Ο στραβισμός μπορεί να είναι παρών κατά τη γέννηση ή μπορεί να αναπτυχθεί 2-3 χρόνια αργότερα. Η άποψη ότι ένα παιδί με στραβισμό μπορεί να θεραπευθεί μεγαλώνοντας αποτελεί έναν μύθο.

Ο στραβισμός που δεν διαγιγνώσκεται και θεραπεύεται εγκαίρως, μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια όρασης (αμβλυωπία).

© Copyright 2016 - Provision | Powered by DevelopLight